Η Τραγωδία της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης και πως να Επιλυθεί - Τζώρτζ Σόρος

No Comments

Η Τραγωδία της Ευρωπαϊκής Ένωσης
και πώς να επιλυθεί

Από τον ΤΖΟΡΤΖ ΣΟΡΟΣ

Έχω υπάρξει ένας ένθερμος υποστηρικτής της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως της ενσάρκωσης μιας ανοικτής κοινωνίας – μιας οικειοθελούς ένωσης ισότιμων κρατών που παραχωρούν ένα μέρος της κυριαρχίας τους για το αμοιβαίο καλό. Η κρίση του ευρώ τώρα μετατρέπει την Ευρωπαϊκή Ένωση σε κάτι θεμελιωδώς διαφορετικό. Οι χώρες μέλη είναι διαιρεμένες σε δύο κατηγορίες –πιστωτές και οφειλέτες– με τους πιστωτές να κάνουν κουμάντο, απ’ αυτές πρωτίστως η Γερμανία. Υπό την παρούσα πολιτική, οι χώρες οφειλέτες πληρώνουν σημαντικά ασφάλιστρα κινδύνου προκειμένου να εξυπηρετήσουν το δημόσιο χρέος τους και αυτό αντανακλάται στο κόστος χρηματοδότησης γενικά. Αυτό έχει οδηγήσει τις χώρες οφειλέτες σε ύφεση και τους έχει προκαλέσει σημαντικό μειονέκτημα ανταγωνιστικότητας που απειλεί να γίνει μόνιμο.

Αυτό είναι αποτέλεσμα όχι ενός προμελετημένου σχεδίου, αλλά μιας σειράς λαθών που ξεκίνησαν από τότε που εισήχθη το ευρώ. Ήταν ευρέως γνωστό πως το ευρώ ήταν ένα ημιτελές νόμισμα – είχε κεντρική τράπεζα αλλά δεν είχε κοινό ταμείο. Αλλά οι χώρες μέλη δεν συνειδητοποίησαν πως παραιτούμενες του δικαιώματός τους να τυπώνουν χρήμα εκτέθηκαν στον κίνδυνο χρεοκοπίας. Οι χρηματαγορές το συνειδητοποίησαν μόνο κατά την έλευση της ελληνικής κρίσης. Οι οικονομικές αρχές δεν αντιλήφθηκαν το πρόβλημα, πόσο μάλλον είδαν μια λύση. Έτσι, αποπειράθηκαν να εξαγοράσουν χρόνο. Αλλά η κατάσταση αντί να βελτιωθεί χειροτέρευσε. Αυτό συνέβη αποκλειστικά λόγω έλλειψης κατανόησης του προβλήματος και έλλειψης ενότητας.

Η πορεία των γεγονότων θα μπορούσε να έχει αναχαιτισθεί και αναστραφεί σχεδόν οποτεδήποτε, αλλά αυτό θα προϋπέθετε ένα προσυμφωνημένο σχέδιο και άφθονους οικονομικούς πόρους για να εφαρμοστεί. Η Γερμανία, όντας η μεγαλύτερη πιστώτρια χώρα, είχε την πρωτοκαθεδρία αλλά υπήρξε απρόθυμη να αναλάβει επιπρόσθετες υποχρεώσεις. Ως αποτέλεσμα, οι όποιες ευκαιρίες για την επίλυση της κρίσης εξανεμίστηκαν. Η κρίση μεταδόθηκε από την Ελλάδα σε άλλες χώρες οφειλέτες και αναπόφευκτα, η ίδια η επιβίωση του ευρώ τέθηκε υπό αμφισβήτηση. Δεδομένου ότι η διάλυση του ευρώ δύναται να προκαλέσει τεράστια βλάβη σε όλες τις χώρες-μέλη και ιδιαίτερα στη Γερμανία, η Γερμανία θα συνεχίσει να κάνει το ελάχιστο απαραίτητο για να το διατηρήσει.

Οι πολιτικές που ακολουθούνται υπό την ηγεσία της Γερμανίας είναι πιθανόν να διατηρήσουν το ευρώ για ένα απροσδιόριστο διάστημα, αλλά όχι για πάντα. Η μόνιμη διαίρεση της Ευρώπης σε χώρες πιστωτές και χώρες οφειλέτες, με τους πιστωτές να υπαγορεύουν τους όρους είναι απαράδεκτη για πολλούς Ευρωπαίους. Εάν και όταν το ευρώ τελικά διαλυθεί θα καταστραφούν και η κοινή αγορά και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ευρώπη θα βρεθεί σε χειρότερη θέση από εκείνη στην οποία ήταν όταν ξεκίνησε η προσπάθεια ένωσης επειδή η διάλυση θα αφήσει μια κληρονομιά αμοιβαίας δυσπιστίας και εχθρότητας. Το αποτέλεσμα γίνεται χειρότερο όσο αργεί να συμβεί. Είναι τόσο ζοφερή αυτή η προοπτική που ήρθε η ώρα να εξετάσουμε εναλλακτικές που μέχρι πρόσφατα εθεωρούντο αδιανόητες.

Κατά την άποψή μου, η καλύτερη πορεία τώρα είναι το να πεισθεί η Γερμανία να διαλέξει μεταξύ του να γίνει ένας καλοπροαίρετος ηγεμόνας, ένα έθνος ηγούμενο, ή του ευρώ παραιτούμενο. Μ’ άλλα λόγια, η Γερμανία πρέπει είτε να ηγηθεί είτε να παραιτηθεί.

Δεδομένου πως το συσσωρευμένο χρέος είναι σε ευρώ, η όλη διαφορά είναι στο ποιος θα παραμείνει επικεφαλής του ευρώ . Εάν αποχωρούσε η Γερμανία, το ευρώ θα υποτιμάτο. Το βουνό του χρέους θα παρέμενε το ίδιο ονομαστικά αλλά θα μειωνόταν σε πραγματικούς όρους. Οι οφειλέτριες χώρες θα επανακτούσαν την ανταγωνιστικότητά τους καθώς οι εξαγωγές τους θα γίνονταν φθηνότερες και οι εισαγωγές τους ακριβότερες. Η αξία των ακινήτων επίσης θα αυξανόταν ονομαστικά, δηλαδή θα άξιζαν περισσότερο σε υποτιμημένα ευρώ.

Αντιθέτως οι πιστώτριες χώρες θα κατέγραφαν ζημιές στις επενδύσεις τους στην περιοχή του ευρώ και επίσης στις συσσωρευμένες απαιτήσεις τους από το σύστημα συμψηφισμού του ευρώ. Το εύρος των ζημιών θα εξαρτάτο από τον βαθμό υποτίμησης του ευρώ. Γι’ αυτό θα ήταν στο συμφέρον των χωρών πιστωτών να διατηρήσουν την υποτίμηση εντός κάποιων ορίων.

Η αναπόφευκτη κατάληξη θα εκπλήρωνε το όνειρο του Τζον Μέιναρντ Κέινς ενός διεθνούς νομισματικού συστήματος στο οποίο αμφότεροι οι πιστωτές και οι οφειλέτες μοιράζονται την ευθύνη για τη διατήρηση της σταθερότητας. Επίσης η Ευρώπη θα απέφευγε την διαφαινόμενη ύφεση. Το ίδιο αποτέλεσμα θα επιτυγχάνετο, με μικρότερο κόστος για τη Γερμανία, αν η Γερμανία επέλεγε να συμπεριφερθεί ως καλοπροαίρετος ηγεμόνας. Αυτό θα σήμαινε: (1) θέσπιση ενός λίγο πολύ ισότιμου πεδίου ανταγωνισμού μεταξύ των χωρών πιστωτών και των χωρών με χρέος και (2) να τεθέι στόχος ανάπτυξης μέχρι και 5%, επιτρέποντας με άλλα λόγια στην Ευρώπη το στρίβειν της υπερχρέωσης διά της μεγέθυνσης. Αυτό θα επέβαλλε πληθωρισμό μεγαλύτερο από εκείνον που η Bundesbank πιθανόν να ενέκρινε.

Είτε η Γερμανία αποφασίσει να ηγηθεί είτε να παραιτηθεί, η όποια λύση είναι προτιμότερη από την παρούσα πορεία. Η δυσκολία είναι να πειστεί η Γερμανία ότι οι τρέχουσες πολιτικές της οδηγούν σε μια παρατεταμένη κρίση, πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις, και ενδεχόμενη διάλυση όχι μόνο του ευρώ αλλά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πως να πείσει κανείς τη Γερμανία να επιλέξει μεταξύ είτε της αποδοχής των ευθυνών και των υποχρεώσεων που ένας καλοκάγαθος ηγεμόνας πρέπει να είναι πρόθυμος να υποστεί, ή της παράδοσης του ευρώ στα χέρια των οφειλετών χωρών; Σ’ αυτή την ερώτηση θα προσπαθήσω να δώσω απάντηση.

Πώς φθάσαμε εδώ

Όσο ήταν μόνο μια φιλοδοξία, η Ευρώπη ήταν αυτό που οι ψυχολόγοι ονομάζουν ένα «φαντασιακό αντικείμενο», ένας επιθυμητός στόχος που συνέλαβε τη φαντασία πολλών ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένης και της δικής μου. Την είδα ως την ενσάρκωση της ανοιχτής κοινωνίας. Ήταν πέντε μεγάλα κράτη κι ένας αριθμός μικρών, και όλα προσυπέγραψαν τις αρχές της δημοκρατίας, της ατομικής ελευθερίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου. Κανένα έθνος ή εθνικότητα δεν θα ήταν κυρίαρχο. Παρά το γεγονός ότι η γραφειοκρατία των Βρυξελλών είχε συχνά κατηγορηθεί για «δημοκρατικό έλλειμμα», εκλεγμένα κοινοβούλια έπρεπε να δώσουν την έγκρισή τους για τα σημαντικότερα βήματα.

Την αιχμή του δόρατος της διαδικασίας ολοκλήρωσης αποτέλεσε μια μικρή ομάδα διορατικών πολιτικών που ασκούσαν αυτό που ο Κάρλ Πόππερ ονόμαζε αποσπασματική κοινωνική πολιτική. Αναγνώριζαν πως η τελειότητα είναι ανέφικτη. Έτσι, έθεσαν περιορισμένους στόχους και αυστηρά χρονοδιαγράμματα και στη συνέχεια κινητοποίησαν την πολιτική βούληση γνωρίζοντας πολύ καλά πως, όταν αυτό επιτευχθεί, η ανεπάρκεια θα γινόταν εμφανής και θα απαιτείτο ένα περαιτέρω βήμα. Η διαδικασία τροφοδοτήθηκε από την ίδια της την επιτυχία, όπως σχεδόν μια οικονομική φούσκα. Έτσι μετατράπηκε η Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα σε Ευρωπαϊκή Ένωση, βήμα βήμα.

Η Γαλλία και η Γερμανία ήταν στην πρώτη γραμμή της προσπάθειας. Όταν η Σοβιετική αυτοκρατορία άρχισε να καταρρέει, οι ηγέτες της Γερμανίας συνειδητοποίησαν ότι η επανένωση ήταν δυνατή μόνο στα πλαίσια μιας ενωμένης Ευρώπης και ήταν προετοιμασμένοι να κάνουν σημαντικές θυσίες για να την πετύχουν. Όταν είχε να κάνει με διαπραγματεύσεις, ήταν πρόθυμοι να συνεισφέρουν λίγο περισσότερο και να πάρουν λίγο λιγότερο από τους υπόλοιπους, διευκολύνοντας έτσι τη συμφωνία. Εκείνη την εποχή, Γερμανοί πολιτικοί συνήθιζαν να δηλώνουν πως η Γερμανία δεν έχει ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική, μόνο Ευρωπαϊκή. Αυτό οδήγησε σε μια δραματική επιτάχυνση της διαδικασίας, η οποία κορυφώθηκε με την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ το 1992 και την εισαγωγή του ευρώ το 2002.

Η Συνθήκη του Μάαστριχτ ήταν θεμελιωδώς ελαττωματική. Οι αρχιτέκτονες του ευρώ αναγνώρισαν ότι ήταν ένα ατελές οικοδόμημα: είχε μια κοινή κεντρική τράπεζα, αλλά έλειπε ένα κοινό ταμείο που θα μπορούσε να εκδώσει ομόλογα τα οποία θα ήταν υποχρεώσεις όλων των κρατών μελών. Η Γερμανία και άλλα κράτη πιστωτές εξακολουθούν να αντιστέκονται στα Ευρωομόλογα. Ωστόσο, οι αρχιτέκτονες πίστεψαν πως, όταν προέκυπτε η ανάγκη, η πολιτική βούληση θα μπορούσε να δημιουργηθεί ώστε να αναλάβει τα αναγκαία μέτρα προς την κατεύθυνση μιας πολιτικής ένωσης. Στο κάτω της γραφής έτσι γεννήθηκε η Ευρωπαϊκή Ένωση. Δυστυχώς, το ευρώ είχε πολλά άλλα ελαττώματα των οποίων είχαν παντελή άγνοια και οι αρχιτέκτονες και τα κράτη μέλη. Αυτά έγιναν φανερά με την οικονομική κρίση του 2007 – 2008, η οποία έθεσε σε κίνηση μια διαδικασία διάσπασης.

Την εβδομάδα που ακολούθησε την πτώχευση της Lehman Brothers οι παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές διαλύθηκαν και έπρεπε να τεθούν σε μηχανική υποστήριξη ζωής. Αυτό σήμανε την υποκατάσταση της πίστωσης των χρηματοπιστωτικών οργανισμών με κρατικά ομόλογα (υπό τη μορφή εγγυήσεων από τις κεντρικές τράπεζες και ελλείμματα προϋπολογισμών), μιας και αυτές οι πιστώσεις δεν ήταν πλέον αποδεκτές από τις αγορές. Ο κεντρικός ρόλος που κλήθηκαν να παίξουν τα κρατικά ομόλογα αποκάλυψε ένα ελάττωμα του ευρώ που μέχρι και σήμερα δεν έχει αναγνωριστεί πλήρως. Μεταφέροντας αυτό που στο παρελθόν υπήρξε το δικαίωμά τους να τυπώσουν χρήμα στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, τα κράτη μέλη εξέθεσαν τα ομόλογά τους στο κίνδυνο της χρεοκοπίας. Αναπτυγμένες χώρες που ελέγχουν το νόμισμά τους δεν έχουν κανένα λόγο να χρεοκοπήσουν: μπορούν πάντοτε να τυπώσουν χρήμα. Το νόμισμά τους μπορεί να χάσει αξία, αλλά ο κίνδυνος χρεοκοπίας είναι πρακτικά μηδαμινός. Αντίθετα, λιγότερο αναπτυγμένες χώρες που δανείζονται σε ξένο νόμισμα υποχρεούνται να πληρώνουν υψηλά ασφάλιστρα που αντανακλούν τον κίνδυνο χρεοκοπίας. Ακόμα δε χειρότερα, οι χρηματαγορές μπορούν πραγματικά να οδηγήσουν τις χώρες αυτές στη χρεοκοπία δια των "επιδρομών" – ακαριαίων πωλήσεων των ομολόγων τους, εκτοξεύοντας το κόστος δανεισμού τους και ενισχύοντας τους φόβους περί επικείμενης χρεοκοπίας.

Όταν εισήχθη το ευρώ τα κρατικά ομόλογα θεωρούνταν απαλλαγμένα από ρίσκα. Οι ρυθμιστικές αρχές των διαφόρων χωρών επέτρεψαν στις τράπεζες την αγορά απεριόριστων κρατικών ομολόγων χωρίς την υποχρέωση βάλουν στην άκρη αντίστοιχα κεφάλαια, και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αποδέχθηκε όλα τα κρατικά ομόλογα επί ίσοις όροις, στις μειωμένες της τιμές. Αυτό έκανε συμφέρουσα από τη μεριά των εμπορικών τραπεζών τη συσσώρευση ομολόγων των ασθενέστερων χωρών μελών, οι οποίες κατέβαλλαν ελαφρώς υψηλότερα ποσοστιαίες μονάδες, προκειμένου να κερδίσουν μερικές επιπλέον βασικές μονάδες.

Στον απόηχο της κρίσης της Lehman Brothers, η Άνγκελα Μέρκελ δήλωσε πως η εγγύηση ότι κανένα συστημικό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα το οποίο είναι σημαντικό δεν θα επιτραπεί να αποτύχει θα πρέπει να δοθεί με τις πράξεις της κάθε χώρας μέλους ξεχωριστά και όχι συλλογικά από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Πήρε πάνω από ένα χρόνο στις χρηματοπιστωτικές αρχές να συνειδητοποιήσουν τις επιπτώσεις της δήλωσης της καγκελαρίου Μέρκελ, γεγονός που αποδεικνύει πως λειτουργούν έχοντας γνώση που απέχει πολύ από το τέλειο. Στα τέλη το 2009, όταν η νεοεκλεγείσα ελληνική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι η προηγούμενη κυβέρνηση είπε ψέματα και πως το έλλειμμα υπερέβαινε το 12 τοις εκατό του ΑΕΠ, οι χρηματοπιστωτικές αγορές άρχισαν να συνειδητοποιούν ότι κρατικά ομόλογα, τα οποία είχαν θεωρηθεί ασφαλή, εγκυμονούσαν σημαντικούς κινδύνους και μπορούσαν πράγματι να γίνουν αφερέγγυα. Όταν τελικά το ανακάλυψαν, τα ασφάλιστρα κινδύνου υπό τη μορφή υψηλότερων αποδόσεων τις οποίες έπρεπε να προσφέρουν οι κυβερνήσεις ώστε να μπορέσουν να πουλήσουν τα ομόλογά τους, αυξήθηκαν δραματικά. Αυτό κατέστησε εμπορικές τράπεζες των οποίων οι ισολογισμοί ήταν φορτωμένοι με αυτά τα ομόλογα πιθανά αναξιόχρεες. Τούτο προξένησε τόσο ένα πρόβλημα δημόσιου χρέους, όσο κι ένα τραπεζικό πρόβλημα, τα οποία είναι αλληλένδετα μ’ ένα βρόχο ανάδρασης. Αυτά είναι τα δύο κύρια συστατικά της κρίσης που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρώπη.

Είναι πολύ στενός ο παραλληλισμός μεταξύ της κρίσης του ευρώ και της διεθνούς τραπεζικής κρίσης του 1982. Τότε το ΔΝΤ και οι διεθνείς χρηματοοικονομικές αρχές διέσωσαν το διεθνές τραπεζικό σύστημα δανείζοντας ακριβώς και μόνο αυτά που ήσαν αρκετά ώστε οι υπερχρεωμένες χώρες να αποφύγουν την χρεοκοπία, αλλά με συνέπεια να τις οδηγήσουν έτσι σε παρατεταμένη ύφεση. Η Λατινική Αμερική υπέφερε μια χαμένη δεκαετία.

Σήμερα η Γερμανία παίζει τον ίδιο ρόλο που τότε έπαιξε το ΔΝΤ. Οι λεπτομέρειες διαφέρουν, αλλά το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Οι πιστωτές ουσιαστικά σπρώχνουν όλο το άχθος της προσαρμογής στις χώρες που χρωστάνε και αποποιούνται την ευθύνη τους για τις ανισορροπίες. Είναι ενδιαφέρον πως οι όροι «κέντρο», «πυρήνας» και «περιφέρεια» παρεισέφρησαν σχεδόν απαρατήρητα, αν και είναι προφανώς ανάρμοστο να περιγράψει κανείς την Ιταλία και την Ισπανία ως περιφερειακές χώρες. Στην ουσία όμως η εισαγωγή του ευρώ υποβίβασε κάποια κράτη μέλη στην κατηγορία λιγότερο αναπτυγμένων χωρών, χωρίς να το συνειδητοποιήσουν ούτε οι Ευρωπαϊκές αρχές ούτε οι χώρες μέλη. Εκ των υστέρων, αυτή είναι η ρίζα της κρίσης του ευρώ.

Ακριβώς όπως τη δεκαετία του 80, όλη η ευθύνη και το βάρος πέφτουν στην «περιφέρεια» και η ευθύνη του «κέντρου» δεν έχει αναγνωριστεί ποτέ σωστά. Μ’ αυτή την έννοια η γερμανική λέξη Schuld είναι αποκαλυπτική: σημαίνει και χρέος και ενοχή. Η Γερμανική κοινή γνώμη κατηγορεί τις υπερχρεωμένες χώρες για την κακοτυχία τους. Ωστόσο η Γερμανία δεν μπορεί να αποποιηθεί το μερίδιο της ευθύνης της. Όπως θα προσπαθήσω να δείξω, η Schuld, ή ευθύνη του «κέντρου» είναι ακόμα μεγαλύτερη σήμερα από τον την τραπεζική κρίση του 1982. Κατά τη δημιουργία του ευρώ, το «κέντρο» καθοδηγήθηκε από τα ίδια ψευδή δόγματα που ήταν υπαίτια της οικονομικής κρίσης του 2007-2008.

Η Συνθήκη του Μάαστριχτ βασίστηκε στην αρχή πως μόνο ο δημόσιος τομέας είναι δυνατό να παράγει χρόνια ελλείμματα. Θεώρησε ως δεδομένο πως πάντοτε οι χρηματαγορές αποκαθιστούν οι ίδιες τις αλογιστίες τους. Παρότι αυτές οι φονταμενταλιστικές υποθέσεις έχουν καταρριφθεί από την κρίση του 2007-2008, οι Ευρωπαϊκές αρχές εξακολουθούν να υπακούουν σ’ αυτές. Για παράδειγμα, αντιμετώπισαν την κρίση του ευρώ ως αμιγώς δημοσιονομική, δηλαδή πρόβλημα προϋπολογισμού. Ωστόσο, μόνο η κρίση της Ελλάδας μπορεί να περιγραφεί πραγματικά ως δημοσιονομική. Η υπόλοιπη Ευρώπη υπέφερε σε μεγάλο βαθμό από τραπεζικά προβλήματα και μια απόκλιση στην ανταγωνιστικότητα, που και τα δύο μεγέθυναν τα προβλήματα ισοζυγίου πληρωμών. Οι αρχές δεν μπόρεσαν να αντιληφθούν την πολυπλοκότητα της κρίσης, πόσο μάλλον να βρούν μια λύση. Έτσι, προσπάθησαν να εξαγοράσουν χρόνο.

Αυτό συνήθως πετυχαίνει. Οι πανικοί της αγοράς υποχωρούν και οι αρχές αποκομίζουν κάποιο κέρδος από την παρέμβασή τους. Όμως αυτό δε συνέβη αυτή τη φορά καθώς τα οικονομικά προβλήματα ήταν συνδυασμένα με μια διαδικασία πολιτικής αποσύνθεσης. Όταν δημιουργείτο η Ευρωπαϊκή Ένωση, οι πολιτικοί ηγέτες επανειλημμένα πήραν την πρωτοβουλία για τα περεταίρω βήματα προς τα εμπρός. Αλλά μετά το ξέσπασμα της κρίσης παρέμειναν προσκολλημένοι στο status quo. Συνειδητοποίησαν πως το κοινό είχε γίνει επιφυλακτικό προς όποια περαιτέρω ενοποίηση. Όντας υπό απειλή, κάθε χώρα απορροφήθηκε στην προστασία των ιδίων στενών εθνικών συμφερόντων. Οποιαδήποτε μεταβολή των κανόνων θα σήμαινε επιστροφή εξουσιών από τις Ευρωπαϊκές αρχές στις Βρυξέλλες προς τις εθνικές αρχές.

Συνακόλουθα, τα κείμενα των συνθηκών του Μάαστριχτ και της Λισαβόνας αντιμετωπίστηκαν λες και ήταν λαξευμένα σε πέτρα, όπως για παράδειγμα το άρθρο 123 το ποίο απαγορεύει στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να δανείζει χρήματα σε κυβερνήσεις. Αυτό έχει οδηγήσει μια σημαντική μερίδα αυτών που θεωρούν το status quo μη βιώσιμο ή απαράδεκτο στην υιοθέτηση αντιευρωπαϊκής στάσης. Είναι τέτοια η πολιτική δυναμική ώστε η αποδόμηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει γίνει τόσο αυτοτροφοδοτούμενη όσο ήταν η διαδικασία της δημιουργίας της.

Η Άνγκελα Μέρκελ ερμήνευσε ορθά τη γερμανική κοινή γνώμη όταν επέμεινε πως οι χώρες θα πρέπει να φροντίσουν οι ίδιες το τραπεζικό τους σύστημα. Στην πραγματικότητα, η Γερμανία έχει αναστρέψει την πορεία της μετά την ενοποίηση. Όπως ήταν πρόθυμη να κάνει σημαντικές θυσίες για χάρη της ενοποίησης τώρα, όντας υποχρεωμένη να καταβάλλει το κόστος της ενοποίησης, επικεντρώθηκε στη διατήρηση ενός ισορροπημένου προϋπολογισμού. Αντίθετα προς το να συμβάλλει πάντα κάπως περισσότερο από τους υπόλοιπους, η Γερμανία δεν ήθελε να καταλήξει να γίνει η απύθμενη τσέπη της υπόλοιπης Ευρώπης. Αντί να διακηρύττουν ότι η Γερμανία δεν έχει άλλη πολιτική παρά την ευρωπαϊκή, τα γερμανικά μέσα ενημέρωσης άρχισαν να δυσφημίζουν την Ευρωπαϊκή Ένωση ως μια «ένωση μεταφοράς» που θα αποστράγγιζε τη Γερμανία.

Ως για να δυσχεράνει την κατάσταση, η Bundesbank παραμένει αγκιστρωμένη σε ένα νομισματικό δόγμα απαρχαιωμένο, βαθιά ριζωμένο στην ιστορία της Γερμανίας. Η Γερμανία μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο έζησε μια τραυματική εμπειρία με τον πληθωρισμό. Ως συνέπεια, βλέπει μόνο τον πληθωρισμό ως απειλή για τη σταθερότητα, αγνοώντας τον αποπληθωρισμό ο οποίος είναι η πραγματική απειλή σήμερα.

Αφότου η ενοποίηση εκτόξευσε το χρέος της, η Γερμανία εισήγαγε εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις, τόσο διαρθρωτικές όσο και στην αγορά εργασίας και υιοθέτησε μια συνταγματική τροπολογία που απαιτεί την εξισορρόπηση του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού το πολύ μέχρι το 2016. Αυτό λειτούργησε θαυμάσια. Η Γερμανία απόλαυσε ανάκαμψη οδηγούμενη από εξαγωγές, υποβοηθούμενη από τη στεγαστική και καταναλωτική έκρηξη στην υπόλοιπη Ευρώπη. Τώρα η Γερμανία συνιστά δημοσιονομική λιτότητα και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις ως πανάκεια για την κρίση του ευρώ.

Αφού απέδωσε τότε για τη Γερμανία γιατί να μην αποδώσει τώρα για την Ευρώπη; Για έναν πολύ καλό λόγο: οι οικονομικές συνθήκες είναι πολύ διαφορετικές. Το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα χαλαρώνει την υπέρμετρη λαβή του και οι εξαγωγές επιβραδύνονται παγκοσμίως. Η δημοσιονομική λιτότητα επιδεινώνει αυτό που είναι μια παγκόσμια τάση και ωθεί την Ευρώπη σε μια αποπληθωριστική παγίδα χρέους. Με άλλα λόγια, όταν πάρα πολλές υπερχρεωμένες κυβερνήσεις μειώνουν τα ελλείμματα των προϋπολογισμών τους την ίδια στιγμή, οι οικονομίες τους συρρικνώνονται, έτσι ώστε το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ στην πραγματικότητα να αυξάνεται. Οι νομισματικές αρχές του κόσμου έχουν υπόψη τους τον κίνδυνο. Ο Μπεν Μπερνάνκι, Πρόεδρος του Federal Reserve, ο Μέρβιν Κίνγκ, Κυβερνήτης της Τράπεζας της Αγγλίας, μα και ο Μασαάκι Σιρακάουα , Κυβερνήτης της Τράπεζας της Ιαπωνίας, όλοι ασχολούνται με τη λήψη αντισυμβατικών νομισματικών μέτρων ώστε να αποφευχθεί μια αποπληθωριστική παγίδα χρέους.

Είναι εξαιρετικά δύσκολο για το γερμανικό κοινό να κατανοήσει ότι η Γερμανία πασάρει λάθος πολιτική στην Ευρώπη. Η οικονομία της Γερμανίας δεν είναι σε κρίση. Ως τώρα η Γερμανία έχει όντως επωφεληθεί από την κρίση του ευρώ, η οποία έχει διατηρήσει την ισοτιμία σε χαμηλά επίπεδα και ώθησε τις εξαγωγές. Πιο πρόσφατα, η Γερμανία απολάμβανε εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια, και η φυγή κεφαλαίων από τις χώρες οφειλέτες πλημμύρισε τη Γερμανία με κεφάλαια, την ίδια στιγμή που η «περιφέρεια» πληρώνει βαριά ασφάλιστρα για να αποκτήσει πρόσβαση σε αυτά.

Αυτό δεν είναι αποτέλεσμα κάποιου σατανικού σχεδίου αλλά ακούσια συνέπεια μιας μη προγραμματισμένης ακολουθίας γεγονότων. Γερμανοί πολιτικοί πάντως έχουν αρχίσει και αντιλαμβάνονται τα πλεονεκτήματα που αυτά είχαν για τη Γερμανία, κάτι που έχει αρχίσει να επηρεάζει τις πολιτικές τους αποφάσεις. Η Γερμανία προωθήθηκε σε μια θέση όπου η στάση της καθορίζει την ευρωπαϊκή πολιτική. Έτσι, η κύρια ευθύνη για την πολιτική της λιτότητας που ωθεί την Ευρώπη σε ύφεση ανήκει στη Γερμανία. Όσο περνάει ο καιρός τόσο αυξάνουν οι φωνές που κατηγορούν τη Γερμανία για τις πολιτικές που επιβάλλει στην Ευρώπη, ενώ το γερμανικό κοινό αισθάνεται αδίκως κατηγορούμενο. Αυτή είναι όντως μια τραγωδία ιστορικής σημασίας. Όπως στις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες, οι παρανοήσεις και η ολική έλλειψη κατανόησης έχουν αθέλητες αλλά μοιραίες συνέπειες.

Αν η Γερμανία είχε υπάρξει πρόθυμη από την αρχή της ελληνικής κρίσης να επεκτείνει την πίστωση που τελικά της δόθηκε, η Ελλάδα θα μπορούσε να έχει διασωθεί. Αντ’ αυτού, η Ευρώπη έκανε μόνο το ελάχιστα αναγκαίο για την αποφυγή της κατάρρευσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος κι αυτό δεν άρκεσε για να ανατραπεί η κατάσταση. Το ίδιο συνέβη όταν η κρίση εξαπλώθηκε σε άλλες χώρες. Σε κάθε στάδιο η κρίση μπορούσε να έχει συλληφθεί και αποτραπεί, αν η Γερμανία ήταν σε θέση να δει πέραν της στροφής και ήταν πρόθυμη να κάνει κάτι παραπάνω από το ελάχιστο.

Στην αρχή της κρίσης η διάλυση του ευρώ ήταν κάτι το αδιανόητο. Το ενεργητικό και παθητικό εκφρασμένα στο κοινό νόμισμα ήταν τόσο αλληλένδετα που η διάλυση θα οδηγούσε σε ανεξέλεγκτη κατάρρευση. Ωστόσο, καθώς η κρίση προέλαυνε, το χρηματοπιστωτικό σύστημα σταδιακά αναπροσανατολίστηκε σε γραμμές εθνικές. Οι ρυθμιστικές αρχές έτειναν να ευνοούν εγχώρια δάνεια, οι τράπεζες ξεφορτώνονταν αλλοδαπά περιουσιακά στοιχεία και οι διαχειριστές κινδύνου ισοζύγιζαν στοιχεία ενεργητικού και παθητικού εντός των εθνικών συνόρων και όχι της ευρωζώνης στο σύνολό της. Αν αυτό συνεχιστεί, μια διάλυση του ευρώ χωρίς κατάρρευση θα γίνει πιθανή, αλλά οι κεντρικές τράπεζες των πιστωτριών χωρών θα απομείνουν με μεγάλες, δύσκολα εισπράξιμες απαιτήσεις από τις κεντρικές τράπεζες των οφειλετών.

Αυτό οφείλεται σε ένα απόκρυφο πρόβλημα του συστήματος εκκαθαρίσεων του ευρώ, του επονομαζόμενου TARGET2. Σε αντίθεση με το σύστημα εκκαθαρίσεως του Federal Reserve, το οποίο τακτοποιείται σε ετήσια βάση, το TARGET2 συσσωρεύει τις διαφορές μεταξύ των τραπεζών της ευρωζώνης. Αυτό δεν δημιούργησε κανένα πρόβλημα καθόσον το διατραπεζικό σύστημα λειτουργούσε, αφού οι τράπεζες τακτοποιούσαν τις διαφορές μεταξύ τους μέσω της διατραπεζικής αγοράς. Όμως η διατραπεζική αγορά έχει να λειτουργήσει σωστά από το 2007 και, από το 2011 κι έπειτα, αυξήθηκε η φυγή κεφαλαίων από τις ασθενέστερες χώρες. Όταν ένας Έλληνας ή Ισπανός πελάτης κάνει μια μεταφορά από τον ελληνικό ή ισπανικό λογαριασμό του σε έναν ολλανδικό, η ολλανδική τράπεζα καταλήγει με μια πίστωση TARGET2, αντισταθμισμένη με μια απαίτηση TARGET2 από την ελληνική ή ισπανική τράπεζα. Αυτού του τύπου οι απαιτήσεις έχουν αυξηθεί εκθετικά. Στα τέλη Ιουλίου του τρέχοντος έτους η Bundesbank είχε απαιτήσεις €727 δισ. από τις κεντρικές τράπεζες της περιφέρειας.

Η Bundesbank έχει συνειδητοποιήσει τον πιθανό κίνδυνο, ο δε οικονομολόγος Χάνς – Βέρνερ Σινν έχει παθιασμένα μεν, αλλά πιθανόν λανθασμένα, προειδοποιήσει το γερμανικό κοινό δια των αγορεύσεών του. Η Bundesbank εμφανίζεται όλο και περισσότερο αποφασισμένη να περιορίσει τις απώλειες που θα υφίστατο σε περίπτωση διάλυσης. Αυτό έχει την επίδραση αυτοεκπληρούμενης προφητείας. Όταν μία κεντρική τράπεζα παίρνει προληπτικά μέτρα για την περίπτωση διάλυσης όλοι πρέπει να πράξουν το ίδιο.

Έτσι η κρίση βαθαίνει όλο και περισσότερο. Η ένταση στις χρηματοπιστωτικές αγορές έχει αυξηθεί σε νέα ύψη όπως καταμαρτυρούν οι ιστορικά χαμηλές αποδόσεις των Γερμανικών ομολόγων. Ακόμα ενδεικτικότερο είναι το γεγονός πως η απόδοση του δεκαετούς Βρετανικού ομολόγου ήταν η χαμηλότερη των τριακοσίων χρόνων της ιστορίας του, ενώ οι αποδόσεις των ισπανικών έχουν θέσει νέα υψηλά ρεκόρ.

Η πραγματική οικονομία της ευρωζώνης παρακμάζει ενώ η Γερμανία τα πάει σχετικά καλά. Αυτό θα πει πως η απόκλιση συνεχώς διευρύνεται. Οι πολιτικές και κοινωνικές δυναμικές επίσης ευνοούν την διάλυση. Η κοινή γνώμη, όπως εκφράστηκε στα τελευταία εκλογικά αποτελέσματα είναι όλο και περισσότερο ενάντια στη λιτότητα και η τάση αυτή μάλλον θα αυξάνεται μέχρι να αναστραφεί η πολιτική. Έτσι, κάτι πρέπει να υποχωρήσει.

Που Βρισκόμαστε Τώρα;

Η σύνοδος κορυφής του Ιουνίου παρουσιάστηκε ως η τελευταία ευκαιρία διατήρησης του ευρώ εντός του υφιστάμενου νομικού πλαισίου. Κατά την προετοιμασία τους για τη σύνοδο, οι Ευρωπαϊκές αρχές υπό την ηγεσία του Χέρμαν βαν Ρομπέι, προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου –το οποίο περιλαμβάνει όλους τους προέδρους κρατών ή κυβερνήσεων των μελών της ΕΕ – συνειδητοποίησαν ότι η τρέχουσα πορεία οδηγούσε στην καταστροφή, και ήσαν αποφασισμένοι να διερευνήσουν εναλλακτικές λύσεις. Επίσης κατανόησαν πως τα προβλήματα των τραπεζών και του δημόσιου χρέους είναι αλληλένδετα σαν σιαμαία δίδυμα και δεν μπορούν να λυθούν ξέχωρα. Αποπειράθηκαν να αναπτύξουν ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα, αλλά φυσικά ήταν υποχρεωμένοι να συμβουλεύονται τη Γερμανία σε κάθε τους βήμα. Η Γερμανία ανταποκρίθηκε υποστηρίζοντας θετικά τα σχέδια σχετικά με μια τραπεζική ενοποίηση, καθώς την ανησυχούσαν οι κίνδυνοι που εγκυμονούσε μια φυγή κεφαλαίων από την περιφέρεια στη Bundesbank. Έτσι, αυτό το τμήμα του προγράμματος αναπτύχθηκε πολύ καλύτερα απ’ ό,τι η λύση του προβλήματος δημοσίου χρέους, παρά την σχέση ανακλαστικού βρόχου μεταξύ των δύο.

Το κόστος της αναχρηματοδότησης του εθνικού χρέους ήταν κρίσιμης σημασίας για την Ιταλία. Κατά την έναρξη της συνόδου κορυφής του Ιουνίου, ο Πρωθυπουργός Μάριο Μόντι δήλωσε ότι η Ιταλία δεν θα συμφωνούσε σε τίποτα άλλο, εκτός κι αν γινόταν κάτι προς αυτή την κατεύθυνση. Για να αποφύγει το φιάσκο η γερμανίδα καγκελάριος υποσχέθηκε πως η Γερμανία θα εξέταζε θετικά οποιαδήποτε πρόταση στο βαθμό που αυτή θα ήταν στα πλαίσια του υφιστάμενου νομικού πλαισίου. Η σύνοδος κορυφής διασώθηκε. Αποφασίστηκε να οριστικοποιηθούν τα σχέδια για την ένωση των τραπεζών, επιτρέποντας στα ευρωπαϊκά κεφάλαια διάσωσης, το ΕΜΣ και το ΕΜΧΣ, να μπορούν να ανακεφαλαιοποιούν τις τράπεζες απευθείας και, μετά από μία ολονύκτια συνεδρίαση, η σύνοδος έκλεισε. Ο Μόντι διακήρυξε νίκη.

Όμως στις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν έγινε ξαφνικά φανερό πως καμία πρόταση για τη μείωση των ασφάλιστρων κινδύνου δεν ήταν εφικτή στα πλαίσια του υφιστάμενου νομικού πλαισίου. Το πλάνο να χρησιμοποιηθεί το ΕΜΣ για την ανακεφαλαιοποίηση των ισπανικών τραπεζών εξασθένισε σε σημείο του να γίνει αγνώριστο όταν η καγκελάριος Μέρκελ υποχρεώθηκε να δώσει διαβεβαιώσεις στο ομοσπονδιακό κοινοβούλιο πως η Ισπανία εξακολουθεί να φέρει την ευθύνη για οποιεσδήποτε απώλειες. Οι χρηματαγορές ανταποκρίθηκαν ωθώντας τα ασφάλιστρα κινδύνου των ισπανικών ομολόγων σε ύψη ρεκόρ, με τα ιταλικά να αυξάνουν επίσης σε ένδειξη συμπαράστασης. Η κρίση επανήλθε σε πλήρη ισχύ. Με τη Γερμανία αδύναμη να πράξει λόγω του συνταγματικού της δικαστηρίου, του οποίου η απόφαση σχετικά με τη νομιμότητα του ΕΜΣ θα ανακοινωνόταν στις 12 Σεπτεμβρίου, απέμεινε στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να αναλάβει δράση.

Ο Μάριο Ντράγκι, σημερινός πρόεδρος της ΕΚΤ ανακοίνωσε πως θα κάνει ότι είναι απαραίτητο για τη διάσωση του ευρώ, στα πλαίσια της εντολής που έχει λάβει. Ο πρόεδρος της Bundesbank Γενς Βάιντμαν έχει έκτοτε τονίσει βροντερά τους νομικούς περιορισμούς της ΕΚΤ, αλλά ο Γιοργκ Άσμουσεν, αντιπρόσωπος της γερμανικής κυβέρνησης στο ΔΣ της ΕΚΤ, τάχθηκε υπέρ της απεριόριστης επέμβασης με το σκεπτικό ότι απειλείται η επιβίωση του ευρώ. Αυτό ήταν ένα σημείο καμπή. Η καγκελάριος Μέρκελ υποστήριξε τον Μάριο Ντράγκι, αφήνοντας τον πρόεδρο της Bundesbank απομονωμένο στο ΔΣ της ΕΚΤ. Ο πρόεδρος Ντράγκι εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία στο έπακρον. Οι χρηματαγορές ανέκτησαν εμπιστοσύνη και άρχισαν το ράλι εν αναμονή της απόφασης της ΕΚΤ την 6η Σεπτεμβρίου. Δυστυχώς, ακόμα και απεριόριστη επέμβαση μπορεί να μην είναι αρκετή για να μην διαιρεθεί η ευρωζώνη σε χώρες οφειλέτες και χώρες πιστωτές μόνιμα. Δεν θα εξαλείψει τα ασφάλιστρα κινδύνου παρά θα τα περιορίσει, και οι όροι που επιβάλλονται από το ΕΤΧΣ στις χρεωμένες χώρες είναι πιθανό να τις ωθήσουν σε παγίδα αποπληθωρισμού. Κατά συνέπεια δεν πρόκειται να ανακτήσουν την ανταγωνιστικότητά τους μέχρις ότου εγκαταλειφθεί ο στόχος της μείωσης χρέους δια της λιτότητας.

Η τακτική της ελάχιστης αντίστασης δεν θα οδηγήσει στην άμεση διάλυση του ευρώ αλλά στην αέναη παράταση της κρίσης. Μια άτακτη διάλυση θα ήταν καταστροφική για την ευρωζώνη και έμμεσα για ολόκληρο τον κόσμο. Η Γερμανία, έχοντας ανέλθει περισσότερο από τα άλλα μέλη της ευρωζώνης θα πέσει από ύψος μεγαλύτερο των υπολοίπων – γι’ αυτό και θα συνεχίσει να πράττει το ελάχιστα απαραίτητο για να αποφευχθεί μια διάλυση.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση που θα προκύψει από αυτή τη διαδικασία θα είναι διαμετρικά αντίθετη με την ιδέα μιας Ευρωπαϊκής Ένωσης που είναι η ενσάρκωση μιας ανοικτής κοινωνίας. Θα είναι ένα σύστημα ιεραρχικό, θεμελιωμένο σε οφειλές χρέους, αντί μιας εθελοντικής ένωσης ίσων.

Θα υπάρχουν δύο τάξεις κρατών, πιστωτές και οφειλέτες, και οι πιστωτές θα είναι αφεντικά. Όντας η ισχυρότερη πιστώτρια χώρα, η Γερμανία θα αναδυθεί ως ηγεμόνας. Η διαφορά τάξης θα καταστεί μόνιμη διότι οι χώρες οφειλέτες θα πρέπει να καταβάλουν σημαντικά ασφάλιστρα κινδύνου για να έχουν πρόσβαση σε κεφάλαια και θα γίνει πλέον αδύνατο σ’ αυτές να καλύψουν τη διαφορά με τις πιστώτριες χώρες.

Η απόκλιση στις οικονομικές επιδόσεις θα διευρυνθεί αντί να στενέψει. Ανθρώπινοι και οικονομικού πόροι θα προσελκύονται προς το κέντρο και η περιφέρεια θα υποφέρει μόνιμα. Η Γερμανία θα απολαύσει και μια μικρή ανακούφιση από τα δημογραφικά της προβλήματα με τη μετανάστευση μορφωμένων ανθρώπων από την Ιβηρική χερσόνησο και την Ιταλία αντί των λιγότερο μορφωμένων Gastarbeiter από την Τουρκία ή Ουκρανία. Όμως η περιφέρεια θα βράζει από αγανάκτηση.

Η αυτοκρατορική δύναμη παρέχει πολλά οφέλη αλλά πρέπει να αποκτηθεί φροντίζοντας αυτούς που διαβιούν υπό την αιγίδα της. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναδείχθηκαν ως ηγέτης του ελεύθερου κόσμου μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το σύστημα που υιοθετήθηκε στο Bretton Woods τις έκανε πρώτη χώρα μεταξύ ίσων, αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτέλεσαν έναν καλοπροαίρετο ηγεμόνα που κέρδισε την αμέριστη ευγνωμοσύνη της Ευρώπης με το σχέδιο Μάρσαλ. Αυτή είναι η ιστορική ευκαιρία που η Γερμανία παραμελεί με το να επιμένει στην Schuld των υπερχρεωμένων χωρών.

Αξίζει να σημειωθεί πως η απαίτηση από τη Γερμανία πληρωμής αποζημιώσεων μετά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο ήταν ένας από τους λόγους που ώθησαν στην έγερση του εθνικοσοσιαλισμού. Η δε Γερμανία είδε μείωση του δικού της Schuld σε τρεις διαφορετικές περιστάσεις: το σχέδιο Dawes του 1924, το σχέδιο Young το 1929 – πολύ καθυστερημένα για να αποτρέψει την άνοδο του Χίτλερ – και τη Συμφωνία του Λονδίνου για το Χρέος το 1953.

Στις μέρες μας η Γερμανία δεν έχει αυτοκρατορικές βλέψεις. Παραδόξως, η επιθυμία της να αρνηθεί την κυριαρχία της Ευρώπης είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους η Γερμανία απέτυχε να πράξει ως καλοπροαίρετος ηγεμόνας. Τα μέτρα που ελήφθησαν από την ΕΚΤ στις 6 Σεπτεμβρίου αποτελούν το ελάχιστο που απαιτείται για την διάσωση του ευρώ αλλά θα μας φέρουν ένα βήμα κοντύτερα σε μια Ευρώπη δύο ταχυτήτων. Οι χώρες οφειλέτες θα πρέπει να υπόκεινται σε Ευρωπαϊκή εποπτεία αλλά οι χώρες πιστωτές όχι – και η απόκλιση στις οικονομικές επιδόσεις θα ενισχυθεί εκ νέου. Η προοπτική μιας παρατεταμένης ύφεσης και της μόνιμης διαίρεσης των χωρών σε οφειλέτες και πιστωτές είναι τόσο καταθλιπτική ώστε να μην είναι ανεκτή. Ποιες είναι οι εναλλακτικές;

Η Οδός Εξόδου

Η Γερμανία πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο θα ηγηθεί καλοπροαίρετα ή θα παραιτηθεί από το ευρώ. Η πρώτη εναλλακτική θα ήταν η καλύτερη. Τι θα συνεπαγόταν αυτό; Με απλά λόγια, θα απαιτούσε δύο νέους στόχους που είναι αντίθετοι με την παρούσα πολιτική:

1. Τη δημιουργία ενός λίγο πολύ ισότιμου πεδίου ανταγωνισμού μεταξύ των χωρών οφειλετών και των χωρών πιστωτών, που σημαίνει πως θα ήταν σε θέση να αναχρηματοδοτήσουν τις κυβερνήσεις σχεδόν ισότιμα.

2. Να τεθεί ως στόχος η ονομαστική αύξηση της οικονομίας μέχρι και 5 τοις εκατό, έτσι ώστε η Ευρώπη να μπορέσει να αντιμετωπίσει το υπέρβαρο χρέος της δια της μεγεθύνσεως. Αυτό θα προϋποθέσει επίπεδα πληθωρισμού υψηλότερα από αυτά που θα μπορούσε πιθανά να αποδεχθεί η Bundesbank. Μπορεί να απαιτήσει επίσης αλλαγή της Συνθήκης, ή και του γερμανικού συντάγματος.

Αμφότεροι οι στόχοι είναι εφικτοί αλλά μόνο αφού υπάρξει σημαντική πρόοδος προς την κατεύθυνση της πολιτικής ενοποίησης. Οι πολιτικές αποφάσεις που θα ληφθούν πάνω κάτω εντός του επόμενου χρόνου θα καθορίσουν το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τα μέτρα που ελήφθησαν από την ΕΚΤ στις 6 Σεπτεμβρίου μπορεί να αποτελέσουν το προοίμιο μιας Ευρώπης δύο ταχυτήτων. Εναλλακτικά μπορεί να οδηγήσουν στη διαμόρφωση μιας στενότερης πολιτικής ένωσης, εντός της οποίας η Γερμανία αποδέχεται τις υποχρεώσεις που κομίζει ο ηγετικός της ρόλος.

Μία Ευρώπη δύο ταχυτήτων αναπόφευκτα θα κατέστρεφε την Ευρωπαϊκή Ένωση γιατί αργά ή γρήγορα οι στερημένοι των δικαιωμάτων τους θα αποχωρούσαν από αυτήν. Εφόσον μια πολιτική ένωση δεν είναι δυνατή τότε ένας πειθαρχημένος χωρισμός των οφειλετών από τους πιστωτές είναι το επόμενο καλύτερο που θα μπορούσε να γίνει. Εάν τα μέλη του ευρώ δεν μπορούν να ζήσουν μαζί, χωρίς να ωθούν την ένωσή τους σε μια αιώνια κρίση, τότε θα ήταν καλύτερα να χωρίσουν συναινετικά.

Στην περίπτωση μιας συναινετικής διάλυσης του ευρώ είναι πολύ σημαντικό το ποιος συμβαλλόμενος αποχωρεί, γιατί όλα τα συσσωρευμένα χρέη είναι εκφρασμένα σε ένα κοινό νόμισμα. Εάν μια χώρα οφειλέτης αποχωρήσει, το χρέος της αυξάνεται ανάλογα με την υποτίμηση του νομίσματός της. Η περί ου λόγος χώρα θα μπορούσε να καταστεί ανταγωνιστική, αλλά θα εξαναγκαζόταν να χρεοκοπήσει κι αυτό θα δημιουργούσε ανυπολόγιστη οικονομική διαταραχή. Η κοινή αγορά και η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν τη χρεοκοπία μιας μικρής χώρας όπως η Ελλάδα, πόσο μάλλον που αυτή είναι ευρύτατα αναμενόμενη, αλλά δεν θα επιβίωνε την αναχώρηση μιας μεγαλύτερης χώρας όπως η Ισπανία ή Ιταλία. Ακόμη και μια ελληνική χρεοκοπία μπορεί να αποβεί μοιραία. Θα ενθάρρυνε την φυγή κεφαλαίων και την τολμηρότητα των αγορών να αποβούν σε επιδρομές εναντίον άλλων χωρών, έτσι ώστε το ευρώ μπορεί κάλλιστα να διαλυθεί όπως ο Μηχανισμός Συναλλαγματικών Ισοτιμιών το 1992.

Αντίθετα, αν έφευγε η Γερμανία και άφηνε το κοινό νόμισμα στα χέρια των χωρών οφειλετών η αξία του ευρώ θα υποτιμάτο και το συσσωρευμένο χρέος θα υποτιμάτο αντίστοιχα με το νόμισμα. Σχεδόν όλα τα δισεπίλυτα προβλήματα του παρόντος θα εξανεμίζονταν. Οι χώρες οφειλέτες θα ανακτούσαν την ανταγωνιστικότητά τους· το χρέος τους θα μειωνόταν σε πραγματικούς όρους και, ελέγχοντας την ΕΚΤ, ο κίνδυνος χρεοκοπίας θα εξατμιζόταν. Απαλλαγμένη από τη Γερμανία, η ευρωζώνη δεν θα είχε καμιά δυσκολία να κάνει στροφή 180º για την οποία διαφορετικά θα χρειαζόταν την συγκατάθεση της καγκελαρίου Μέρκελ.

Για να είμαι πιο συγκεκριμένος, η συρρικνωμένη ζώνη του ευρώ θα μπορούσε να δημιουργήσει τη δική της φορολογική αρχή και να πραγματοποιήσει το δικό της Ταμείο Μείωσης Χρέους όπως θα περιγράψω παρακάτω. Πράγματι, η συρρικνωμένη ζώνη του ευρώ θα μπορούσε να πάει ακόμη πιο μακριά και να μετατρέψει όλο το χρέος των χωρών μελών σε Ευρωομόλογα, όχι μόνο αυτό που υπερβαίνει το 60% του ΑΕΠ. Όταν η συναλλαγματική ισοτιμία του συρρικνωμένου ευρώ θα σταθεροποιούνταν, τα ασφάλιστρα για τα Ευρωομόλογα θα έπεφταν σε επίπεδα συγκρίσιμα με εκείνα των ομολόγων που εκδίδονται σε άλλα νομίσματα που κυμαίνονται ελεύθερα, όπως της βρετανικής λίρας ή του ιαπωνικού γιεν. Αυτό μπορεί να φαντάζει απίστευτο· είναι όμως μόνο λόγω του ότι οι παρανοήσεις που προκάλεσαν την κρίση είναι αποδεκτές τόσο ευρέως. Πιθανόν να αποτελέσει έκπληξη αλλά η ευρωζώνη, ακόμη και χωρίς τη Γερμανία θα έπαιρνε καλύτερους βαθμούς σε δείκτες δημοσιονομικής φερεγγυότητας από την Βρετανία, την Ιαπωνία ή τις ΗΠΑ.

Μία έξοδος της Γερμανίας θα προκαλούσε αναστάτωση αλλά θα ήταν ένα γεγονός μοναδικό και διαχειρίσιμο, αντί της παρατεταμένης και χαοτικής επίδρασης ντόμινο που θα προκαλούσε η εξαναγκασμένη έξοδος μιας χώρας οφειλέτη μετά την άλλη, λόγω κερδοσκοπίας και φυγής κεφαλαίων. Έγκυρες δικαστικές αγωγές από αδικημένους κατόχους ομολόγων θα ήταν ανέφικτες. Ακόμα και ζητήματα ακίνητης περιουσίας θα γίνονταν πιο διαχειρίσιμα. Με μια σημαντική διαφορά στην συναλλαγματική ισοτιμία, οι Γερμανοί θα συνέρρεαν στην Ισπανία και Ιρλανδία για την αγορά ακινήτων. Μετά από τις αρχικές διαταραχές, η ζώνη του ευρώ θα εκτοξευόταν από την ύφεση στη ανάπτυξη.

Η κοινή αγορά θα επιβίωνε αλλά η σχετική θέση της Γερμανίας και των άλλο χωρών πιστωτών που δυνητικά θα εγκατέλειπαν το ευρώ θα ταλαντευόταν από την νικηφόρα πλευρά σ’ αυτήν της ήττας. Θα αντιμετώπιζαν έντονο ανταγωνισμό στις εγχώριες αγορές τους από τη ζώνη του ευρώ και παρότι μπορεί να μην έχαναν τις εξαγωγικές τους αγορές, αυτές θα γίνονταν λιγότερο κερδοφόρες. Θα υφίσταντο επίσης οικονομικές απώλειες επί ιδιοκτησιακών στοιχείων εκφρασμένων σε ευρώ όπως επίσης επί των απαιτήσεών τους στο σύστημα εκκαθάρισης TARGET2. Η έκταση των απωλειών θα εξαρτάτο από το βαθμό υποτίμησης του ευρώ.

Κατά συνέπεια θα είχαν ζωτικό συμφέρον να διατηρήσουν την υποτίμηση εντός ορίων. Φυσικά θα υπάρξουν πολλές μεταβατικές δυσκολίες αλλά το τελικό αποτέλεσμα θα ήταν η εκπλήρωση της επιθυμίας του Κέινς για ένα νομισματικό σύστημα, η διατήρηση της σταθερότητας του οποίου θα είναι ζωτικής σημασίας τόσο για τους πιστωτές όσο και για τους οφειλέτες.

Μετά το αρχικό σοκ η Ευρώπη θα ξέφευγε από την αποπληθωριστική παγίδα στην οποία βρίσκεται αυτή τη στιγμή· η παγκόσμια οικονομία γενικά και πιο συγκεκριμένα αυτή της Ευρώπης θα ανέκαμπτε και η Γερμανία, αφού τακτοποιούσε τις ζημιές της, θα μπορούσε να επανέλθει στη θέση της ως κορυφαίου παραγωγού και εξαγωγέα προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας. Η Γερμανία θα επωφελείτο από τη συνολική βελτίωση. Παρ’ όλα αυτά, οι άμεσες οικονομικές απώλειες και η αντιστροφή της σχετικής της θέσης εντός της κοινής αγοράς θα ήταν τόσο μεγάλες που θα ήταν μη ρεαλιστικό να αναμένει κανείς πως Γερμανία θα εγκατέλειπε αυτοβούλως το ευρώ. Η πίεση πρέπει να έλθει από τα έξω.

Αντίθετα, η Γερμανία θα πετύχαινε πολύ καλύτερα αν επέλεγε να συμπεριφερθεί ως καλοπροαίρετος ηγεμόνας και η Ευρώπη θα γλίτωνε την αναστάτωση που θα προκαλούσε μια γερμανική έξοδος από το ευρώ. Όμως η πορεία για την επίτευξη των δύο στόχων του λίγο πολύ ισότιμου πεδίου ανταγωνισμού και μιας αποτελεσματικής πολιτικής ανάπτυξης θα ήταν πολύ πιο περίπλοκη. Θα τα σκιαγραφήσω εδώ.

Το πρώτο βήμα θα ήταν η δημιουργία μιας Ευρωπαϊκής Φορολογικής Αρχής που θα είχε την εξουσιοδότηση να παίρνει σημαντικές οικονομικές αποφάσεις για λογαριασμό των κρατών μελών. Αυτό είναι το απουσιάζων συστατικό που είναι απαραίτητο για να καταστεί το ευρώ ένα ολοκληρωμένο νόμισμα με έναν πραγματικό δανειστή έσχατης ανάγκης. Η φορολογική αρχή, ενεργώντας σε συνεργασία με την κεντρική τράπεζα θα μπορούσε να κάνει αυτό που η ΕΚΤ αδυνατεί να κάνει από μόνη της. Η εντολή της ΕΚΤ είναι να διατηρεί τη σταθερότητα του νομίσματος· της απαγορεύεται ρητά να χρηματοδοτεί κρατικά ελλείμματα. Αλλά τίποτα δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη τη δημιουργία μιας φορολογικής αρχής. Είναι ο φόβος της Γερμανίας πως θα γίνει η απύθμενη τσέπη της Ευρώπης που στέκεται στο δρόμο.

Αυτό είναι κατανοητό δεδομένης της έκτασης των προβλημάτων της Ευρώπης. Αλλά δεν δικαιολογεί μια μόνιμη διαίρεση της Ευρώπης σε οφειλέτες και πιστωτές. Τα συμφέροντα των χωρών πιστωτών μπορεί και πρέπει να προστατευτούν με το δικαίωμα βέτο επί αποφάσεων που τις επηρεάζουν δυσανάλογα. Αυτό ήδη αντανακλάται στο σύστημα ψηφοφορίας του ΕΜΣ, όπου απαιτείται πλειοψηφία 85 τοις εκατό για τη λήψη σημαντικών αποφάσεων. Η ρήτρα αυτή οφείλει να ενσωματωθεί σε μια νέα ΕΦΑ (φορολογική αρχή). Αλλά όταν τα κράτη μέλη συνεισφέρουν αναλογικά, για παράδειγμα με την καταβολή ορισμένου ποσοστού ΦΠΑ, απλή πλειοψηφία οφείλει να είναι επαρκής.

Η ΕΦΑ θα έμπαινε αυτόματα επικεφαλής του ΕΤΧΣ και του ΕΜΣ. Το μεγάλο πλεονέκτημα της ύπαρξης της ΕΦΑ είναι πως θα μπορεί να παίρνει αποφάσεις σε καθημερινή βάση, όπως η ΕΚΤ. Ένα άλλο πλεονέκτημα είναι πως θα αποκαταστήσει την ορθή διάκριση μεταξύ δημοσιονομικών και νομισματικών ευθυνών. Για παράδειγμα, η ΕΦΑ θα πρέπει να αναλάβει τον κίνδυνο φερεγγυότητας για όλα τα κρατικά ομόλογα στα χέρια της ΕΚΤ. Κατ’ αυτό τον τρόπο θα εξαλείφονταν οι αντιθέσεις προς την απεριόριστη δράση της ΕΚΤ στην ανοικτή αγορά. (H EKT μπορεί να αποφασίσει να κάνει αυτό από μόνη της στις 6 Σεπτεμβρίου, αλλά μόνο μετά από σθεναρές αντιρρήσεις της Bundesbank.) Είναι σημαντικό πως θα ήταν πολύ πιο εύκολο για την ΕΦΑ να προσφέρει τη συμμετοχή του δημόσιου τομέα στην αναδιοργάνωση του ελληνικού χρέους. Η ΕΦΑ θα μπορούσε να εκφράσει προθυμία μετατροπής όλων των ελληνικών ομολόγων που κατέχει ο δημόσιος τομέας σε ομόλογα μηδενικού τοκομεριδίου που θα αρχίσουν να ωριμάζουν σε δέκα χρόνια, με την προϋπόθεση πως η Ελλάδα θα δημιουργούσε ένα πρωτογενές πλεόνασμα, 2 επί τοις εκατό φερ’ ειπείν. Αυτό θα έδειχνε ένα φως στο τέλος του τούνελ που θα μπορούσε να είναι χρήσιμο στην Ελλάδα, ακόμη και σ’ αυτό το προχωρημένο στάδιο.

Το δεύτερο βήμα θα ήταν η χρήση της ΕΦΑ προκειμένου να καταστεί το πεδίο πιο ισότιμο απ’ ό,τι είναι σε θέση να προτείνει η ΕΚΤ στις 6 Σεπτεμβρίου. Έχω προτείνει πως η ΕΦΑ θα πρέπει να θεσπίσει ένα Ταμείο Μείωσης Χρέους – μια τροποποιημένη μορφή τους Ευρωπαϊκού Συμφώνου Εξαγοράς Χρέους που προτάθηκε από το ίδιο το Συμβούλιο Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων της καγκελάριου Μέρκελ, και το οποίο επιδοκιμάστηκε από τους Σοσιαλδημοκράτες και τους Πράσινους. Το Ταμείο Μείωσης Χρέους θα αποκτούσε εθνικά χρέη που υπερβαίνουν το 60 τοις εκατό του ΑΕΠ υπό την προϋπόθεση οι χώρες αυτές αναλάβουν την εφαρμογή διαρθρωτικών αλλαγών εγκεκριμένων από την ΕΦΑ. Το χρέος δεν θα ακυρωνόταν, παρά θα το κατείχε το ταμείο. Εάν μια χώρα οφειλέτης αποτύγχανε να συμμορφωθεί με τους συμφωνηθέντες όρους το ταμείο θα επέβαλλε τις κατάλληλες κυρώσεις. Όπως προβλέπεται από το Δημοσιονομικό Σύμφωνο, η χώρα οφειλέτης απαιτείται να μειώσει το υπερβολικό χρέος κατά 5 τοις εκατό ετησίως μετά από ένα πενταετές μορατόριουμ. Αυτός είναι ο λόγος που η Ευρώπη πρέπει να αποσκοπεί σε ονομαστική ανάπτυξη ως και 5 τοις εκατό.

Το Ταμείο Μείωσης Χρέους θα χρηματοδοτήσει την αγορά ομολόγων είτε μέσω της ΕΚΤ είτε εκδίδοντας Γραμμάτια Μείωσης Χρέους –κοινή υποχρέωση των κρατών μελών– και μεταβιβάζοντας τα οφέλη της φτηνής χρηματοδότησης στις ενδιαφερόμενες χώρες. Είτε έτσι είτε αλλιώς, το κόστος δανεισμού για την χώρα οφειλέτη θα μειωνόταν στο 1 τοις εκατό ή λιγότερο. Τα γραμμάτια αυτά θα χαρακτηρίζονταν ως μηδαμινού ρίσκου από τις αρχές και θα αντιμετωπίζονταν ως δανειακή εγγύηση υψηλότατης ποιότητας για σύμφωνα επαναγοράς (repos) που χρησιμοποιούνται σε διάφορες πράξεις της ΕΚΤ. Το τραπεζικό σύστημα έχει άμεση ανάγκη για ένα τέτοιο αγαθό απαλλαγμένο από ρίσκα. Οι τράπεζες είχαν κυριότητα ρευστού άνω των 700 δισεκατομμυρίων ευρώ στην ΕΚΤ, αποκομίζοντας 0,25% τόκο, όταν εγώ πρότεινα αυτό το σχέδιο. Έκτοτε η ΕΚΤ μείωσε τα καταβαλλόμενα επιτόκια καταθέσεων κι άλλο, στο μηδέν. Αυτό εγγυάται μια μεγάλη και έτοιμη αγορά για γραμμάτια με επιδόσεις κατώτερες του 1%. Αντίθετα, το πρόγραμμα που ανακοίνωσε στις 6 Σεπτεμβρίου η ΕΚΤ είναι μάλλον απίθανο να μειώσει το κόστος χρηματοδότησης σημαντικά λιγότερο από 3%.

Το σχέδιο που πρότεινα απορρίφθηκε απερίφραστα από τους Γερμανούς με το αιτιολογικό πως δεν συμβάδιζε με τις απαιτήσεις του γερμανικού συνταγματικού δικαστηρίου. Κατά τη γνώμη μου η αντίρρησή τους ήταν αβάσιμη διότι το συνταγματικό δικαστήριο απεφάνθη κατά δεσμεύσεων που είναι απεριόριστες σε χρόνο και έκταση, ενώ τα Γραμμάτια Μείωσης Χρέους θα ήταν περιορισμένα και προς τις δύο κατευθύνσεις. Αν η Γερμανία επιθυμούσε να συμπεριφερθεί ως καλοπροαίρετος ηγεμόνας εύκολα θα μπορούσε να είχε εγκρίνει ένα τέτοιο σχέδιο. Εν καιρώ τα Γραμμάτια Μείωσης Χρέους θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη γέφυρα για την εισαγωγή Ευρωομολόγων. Αυτό θα καθιστούσε το πεδίο ανταγωνισμού ισότιμο για πάντα.

Αυτό μας αφήνει με το δεύτερο στόχο: μια αποτελεσματική αναπτυξιακή πολιτική που να αποσκοπεί σε ονομαστική μεγέθυνση έως και 5 τοις εκατό. Αυτό είναι απαραίτητο ώστε να μπορέσουν οι υπερχρεωμένες χώρες να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του Δημοσιονομικού Συμφώνου δίχως να πέσουν σε παγίδα αποπληθωρισμού. Δεν υπάρχει τρόπος να επιτευχθεί αυτός ο στόχος όσο η Γερμανία παραμένει πιστή στην ασύμμετρη ερμηνεία νομισματικής σταθερότητας της Bundesbank. Η Γερμανία θα πρέπει να αποδεχθεί πληθωρισμό άνω του 2 τοις εκατό για μια περιορισμένη περίοδο εάν επιθυμεί να παραμείνει στο ευρώ χωρίς να καταστρέψει την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Πώς Πάμε Εκεί

Τι θα μπορούσε να πείσει τη Γερμανία να αποφασίσει αν θα παραμείνει στο ευρώ χωρίς να καταστρέψει την Ευρωπαϊκή Ένωση ή να επιτρέψει στις χρεωμένες χώρες να λύσουν μόνες τους τα προβλήματά τους, εγκαταλείποντας το ευρώ;

Εξωτερική πίεση θα μπορούσε. Με τον Φρανσουά Ολλάντ νέο πρόεδρο, η Γαλλία είναι προφανής υποψήφιος για την υποστήριξη μιας εναλλακτικής πολιτικής για την Ευρώπη. Σχηματίζοντας ένα κοινό μέτωπο με την Ιταλία και την Ισπανία, η Γαλλία θα μπορούσε να παρουσιάσει ένα οικονομικά φερέγγυο και πολιτικά ελκυστικό πρόγραμμα, ικανό να σώσει την κοινή αγορά και να επαναπροσδιορίσει την Ευρωπαϊκή Ένωση ως το ιδεαλιστικό όραμα που φωταγώγησε την φαντασία των ανθρώπων. Το κοινό μέτωπο τότε θα μπορούσε να προσφέρει στη Γερμανία την επιλογή: ηγήσου ή παραιτήσου. Ο στόχος δεν θα ήταν ο αποκλεισμός της Γερμανίας, αλλά η ριζική αλλαγή της πολιτικής της.

Δυστυχώς η Γαλλία δεν κατέχει ισχυρή θέση για τη δημιουργία ενιαίου μετώπου με την Ιταλία και την Ισπανία ενάντια στην αποφασιστική αντίδραση της Γερμανίας. Η καγκελάριος Μέρκελ δεν είναι μόνο μια ισχυρή ηγέτης, αλλά επίσης μια έμπειρη πολιτικός η οποία ξέρει πως να κρατά τους αντιπάλους διαιρεμένους. Η Γαλλία είναι ιδιαίτερα ευάλωτη γιατί έχει κάνει πολύ λιγότερο απ’ ό,τι η Ιταλία ή Ισπανία για να πετύχει τη δημοσιονομική εξυγίανση και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Τα χαμηλά ασφάλιστρα που απολαμβάνουν σήμερα τα γαλλικά ομόλογα οφείλονται σχεδόν εξ ολοκλήρου στη στενή της σχέση με τη Γερμανία. Κεντρικές τράπεζες της Ασίας αγοράζουν γαλλικά ομόλογα, ειδικά αφότου τα γερμανικά ομόλογα άρχισαν να πωλούνται με αρνητικές αποδόσεις. Αν η Γαλλία συμμαχούσε πιο στενά με την Ιταλία και την Ισπανία, θα εκρίνετο με τα ίδια σταθμά και τα ασφάλιστρα κινδύνου μπορεί να αυξάνονταν σε παρόμοια επίπεδα.

Ομολογουμένως τα πλεονεκτήματα του να βρίσκεται κανείς στην ίδια βάρκα με τη Γερμανία υπόκεινται στη μοίρα του να καταστούν άνευ περιεχομένου εάν η Ευρώπη θα υπέφερε μια παρατεταμένη ύφεση. Όσο το ρήγμα μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας γίνεται φανερότερο, οι χρηματαγορές θα τείνουν να τοποθετήσουν τη Γαλλία στην ίδια θέση με την Ιταλία και την Ισπανία, αδιάφορα εάν παραμένει πιστή στη Γερμανία ή όχι. Οπότε η πραγματική επιλογή της Γαλλίας είναι μεταξύ του να έρθει σε ρήξη με την Γερμανία ώστε να σώσει την Ευρώπη και να αποκαταστήσει την ανάπτυξη ή, από την άλλη, να προσποιείται πως βρίσκεται στο ίδιο πλοίο του σκληρού συναλλάγματος, μόνο για να πεταχτεί στη θάλασσα αργότερα. Παίρνοντας το μέρος των χρεωμένων χωρών και αμφισβητώντας την πολιτική λιτότητας θα επέτρεπε στη Γαλλία την ανάκτηση της ηγεσίας που είχε κατά την προεδρία Μιτεράν. Αυτή θα ήταν μία θέση πιο αξιοπρεπής απ’ αυτήν του επιβάτη με τη Γερμανία στο τιμόνι. Ωστόσο, στον εγγύς χρονικό ορίζοντα η Γαλλία θα χρειασθεί πολύ κουράγιο για να παρατήσει το δρόμο που έχει πάρει με τη Γερμανία.

Η Ιταλία και η Ισπανία έχουν άλλες αδυναμίες. Η Ιταλία έχει αποδείξει εαυτήν ανίκανη καλής κυβερνήσεως. Τα τρέχοντα προβλήματα χρέους συσσωρεύτηκαν πριν από την ένταξή της στο ευρώ· ως μέλος είχε όντως καλύτερη επίδοση στο πρωτογενές πλεόνασμα του προϋπολογισμού από τη Γερμανία – ακόμα και κατά τη διάρκεια μεγάλου μέρους της θητείας του Μπερλουσκόνι. Φαίνεται όμως πως η Ιταλία έχει ανάγκη μιας έξωθεν αρχής για να απαλλαγεί από την κακοδιαχείριση. Αυτό είναι που ενθουσίασε τους Ιταλούς τόσο με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ισπανία είναι πολύ πιο υγιής πολιτικά αλλά η παρούσα κυβέρνηση παραείναι υποτελής στη Γερμανία, κακώς γι’ αυτήν. Ακόμα δε περισσότερο, η μείωση των επιτοκίων ως αποτέλεσμα της παρέμβασης της ΕΚΤ δια της αγοράς ομολόγων θα είναι αρκετά σημαντική ώστε να αφαιρέσει το κίνητρο για ανταρσία κατά της γερμανικής κυριαρχίας.

Ως εκ τούτου η εκστρατεία για την αλλαγή της γερμανικής στάσης θα πρέπει να πάρει μια μορφή πολύ διαφορετική από τις διακυβερνητικές διαπραγματεύσεις που επί του παρόντος έχουν το πάνω χέρι στη διαμόρφωση της τρέχουσας πολιτικής. Οι φορείς της κοινωνίας της Ευρώπης, η επιχειρηματική κοινότητα και το ευρύ κοινό οφείλουν να κινητοποιηθούν και να συμμετάσχουν.

Στην παρούσα φάση, το κοινό σε πολλές χώρες της ευρωζώνης είναι απελπισμένο, συγχυσμένο και θυμωμένο. Αυτό εκφράζεται με ξενοφοβία, αντιευρωπαϊκές θέσεις και ακραία πολιτικά κινήματα. Τα λανθάνοντα φιλοευρωπαϊκά αισθήματα, που προς το παρόν είναι αδιέξοδα, πρέπει να επαγρυπνήσουν για να σωθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση. Μια τέτοια κίνηση θα έβρισκε συμπάθεια στην Γερμανία, όπου η μεγάλη πλειοψηφία εξακολουθεί να τάσσεται υπέρ της Ευρώπης αλλά τελεί υπό τη μαγγανεία ψευδών δημοσιονομικών και νομισματικών δογμάτων.

Επί του παρόντος η γερμανική οικονομία πάει σχετικά καλά και η πολιτική κατάσταση είναι συγκριτικά σταθερή· η κρίση είναι μοναχά ένας θόρυβος μακρινός, εξωτερικός. Μόνο ένα τράνταγμα θα μπορούσε να ταρακουνήσει τη Γερμανία από τις προκαταλήψεις της και να την αναγκάσει να έρθει αντιμέτωπη με τις τρέχουσες πολιτικές της. Κανείς μπορεί μόνο να ελπίζει πως η Γερμανία, όταν θα έρθει η ώρα, θα επιλέξει την άσκηση καλοπροαίρετης ηγεμονίας παρά να υποστεί τις συνέπειες μιας αποχώρησης από το ευρώ.

— Μετάφραση Πέτρος Διβέρης

© George Soros 2012
Το άρθρο αυτό δημοσιεύεται στη New York Review of Books της 27.9.2012. Δημοσιεύεται στην ARB κατόπιν αδείας της PublicAffairs, του ομίλου The Perseus Books Group.

Comments are closed for this post