Σενάριο για ένα Θαυμάσιο Αύριο

1 Comment

Βόλφγκανγκ Στρέεκ, London Review of Books

8327816554_b3acbe1642_z.jpg

Photo: © Petros Diveris, Highgate, London, December 2012

Μετάφραση Πέτρος Διβέρης

Click here for the original


Αυτό το κείμενο, κατά την παράδοση του LRB, αποτελεί μιά ανάγνωση ενός βιβλίου από έναν ειδικό. Το βιβλίο στην περίπτωση αυτή είναι Europe’s Orphan: The Future of the Euro and the Politics of Debt by Martin Sandbu
Princeton, 336 pp, £19.95, September 2015, ISBN 978 0 691 16830 2

Η Ευρώπη καταρρέει, καταστρέφεται από τους πιο ένθερμους οπαδούς της, τους Γερμανούς. Το καλοκαίρι του 2015, έχοντας ταπεινώσει τους Έλληνες απαιτώντας απ’ αυτούς να καταπιούν άλλη μιά διαταγή για μεταρρυθμίσεις, η Άγκελα Μέρκελ ξεκίνησε ένα νέο παιχνίδι, με στόχο να αποσπάσει την προσοχή από την οικονομική και πολιτική καταστροφή στην οποία κατέληξε η νομισματική ένωση. Οι απότομες αλλαγές πολιτικής δεν είναι κάτι καινούργιο για την Μέρκελ, για την οποία η καλύτερη περιγραφή είναι αυτή της μεταμοντέρνας πολιτικού με μιά προμοντέρνα Μακιαβελική περιφρόνηση για αίτια και ανθρώπους.

Έχοντας υποχρεώσει το κόμμα της να υϊοθετήσει μια ριζοσπαστική νεοφιλελεύθερη πλατφόρμα το 2003, αντιεργατική και κατά κάθε ρυθμίσεων και κανονισμών, απέφυγε παρά τρίχα την ήττα στα χέρια του Γκέρχαρντ Σρέντερ. Με το που έγινε καγκελάριος χρησιμοποίησε το αξίωμά της, και τη Μεγάλη Συγκυβέρνηση με το μετα-Σρέντερ Σοσιαλδημορκατικό Κόμμα (SPD), για να σβήσει από το κόμμα της κάθε ίχνος νεοφιλελευθερισμού και νεοφιλελεύθερων, και να σοσιαλδημοκρατίσει το κόμμα σε τέτοιο βαθμό που πλέον αυτό δεν είναι αναγνωρίσιμο. Το 2011, μετά το πυρηνικό ατύχημα στη Φουσκουσίμα, το οποίο και καλύφθηκε εκτεταμένα από τα ΜΜΕ στη Γερμανία, πήρε στη Μέρκελ, που ως τότε ήταν γνωστή ως η ατομική καγκελάριος, μονάχα δυό μέρες για να διατάξει την άμεση παύση λειτουργίας οκτώ πυρηνικών σταθμών, και να εκκινήσει διαδικασίες για τη νομοθέτηση μιάς ολικής κατάργησης παραγωγής πυρηνικής ενέργειας έως το 2022. Αυτό συνέβη μόνο μερικούς μήνες αφού είχει κατορθώσει με πολλά μπρα ντε φερ να κάνει το Μπούντεσταγκ, το Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο, να ανακαλέσει τη σταδιακή κατάργησή της, που είχε περάσει ο Κόκκινο-Πράσινος [1] συνασπισμός το 2001, και να επιμηκύνει τις λειτουργικές άδειες των γερμανικών πυρηνικών εργοστασίων για οκτώ έτη κατά μέσον όρο.

Πέρυσι η προσφυγική κρίση έδωσε άλλη μιά ευκαιρία στη Μέρκελ να επιδείξει την ταχύτητα με την οποία αλλάζει τη γνώμη της. Για ακόμη μιά φορά η κάλυψη από τα ΜΜΕ επηρέασε το πως παίρνει αποφάσεις, όπως ακριβώς και μερικούς μήνες αργότερα όταν βίντεο από smartphones από τα γεγονότα στον σιδηροδρομικό σταθμό της Κολωνίας την ανάγκασαν να κάνει άλλη μιά στροφή 180 μοιρών στις πολιτικές της. Τον Ιούλιο, σε μιά εκδήλωση δημοσίων σχέσεων που αποσκοπούσε στον να ενθαρρύνει μέλη της κυβέρνησης να συναντηθούν με απλούς πολίτες και να ακούσουν τις ιδέες που είχαν, τα πράγματα πήγαν στραβά. Ένας νέος άνθρωπος που είχε προσκληθεί για να πάρει μέρος στο διάλογο για το περιβάλλον με τη Μέρκελ, η 14-χρονη κόρη Παλαστινίων που αιτούντο άσυλο, απροσδόκητα παραπονέθηκε δομοσίως πως η οικογένειά της, που ήδη ζούσαν δύο χρόνια στη Γερμανία, απειλείτο με επιστροφή στο Λίβανο ανά πάσα στιγμή. Σε άπταιστα γερμανικά ρώτησε γιατί δεν της επιτρέπεται να μείνει στη Γερμανία και “να απολάυσει τη ζωή όπως οποιοσδήποτε άλλος”. Η Μέρκελ είπε περίπου πως “δεν μπορούμε να υποδεχθούμε τους πάντες, όσο και να το θέλαμε”. Το κορίτσι έβαλε τα κλάματα. Μην ξέροντας τι να κάνει, η Μέρκελ άρχισε να να χαϊδεύει το κεφάλι του παιδιού με μιά έκφραση αδυναμίας στο πρόσωπό της. Αυτό προκάλεσε εκτεταμένη οργή στα κοινωνικά δίκτυα [2]. Μερικούς μήνες μετά οι αρχές διεμήνυσαν στην οικογένεια της κοπέλας πως μπορούσαν να παραμείνουν τουλάχιστον έναν χρόνο ακόμη.

Η ελίτ ήταν πεπεισμένη πως το γερμανικό κοινό ουδέποτε θα ανεχόταν εικόνες σαν αυτές από τη "Ζούγκλα του Καλαί". Σε καθημερινή βάση, τα ΜΜΕ μαστιγωνόμενα μέχρι σημείου μανίας από τα Facebook και το Twitter κατηγόρησαν την Γαλλία και τη Βρετανία πως δίχως συγκίνηση καμιά στερούν τους μετανάστες από τα ανθρώπινα δικαιωμάτά τους. ΄Ωσπου, τον Σεπτέμβρη, η δημοσίευση της φωτογραφίας του νεκρού αγοριού από τη Συρία, του Αϊλάν Κουρντί [3], ανάγκασε τους πολιτικούς ηγέτες ανά τον κόσμο να αντιδράσουν εσπευσμένα, έστω και συμβολικά. Ανάμεσα στους Γερμανούς ήταν ευρέως αποδεκτό πως ο θάνατος του αγοριού ήταν συλλογικό σφάλμα της Ευρώπης ως σύνολο, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας. Στο μεταξύ ένας συνεχώς αυξανόμενος αριθμός προσφύγων συγκεντρώνονταν στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό της Βουδαπέστης, γεγονός το οποίο παρήγαγε άλλο ένα πλήθος πανίσχυρων εικόνων. Η πλεοιονότητα των προσφύγων αυτών φαίνονταν να οδεύουν προς τη Γερμανία.

Μιά ικανότατη πολιτικός, η Μέρκελ, δεν θα άφηνε ποτέ μια καλή κρίση να πάει χαράμι. Δεν ήταν μόνο οι ιστορίες στα ΜΜΕ σχετικά με τον πόνο των προσφύγων που την οδήγησαν να καλέσει τους πρόσφυγες να έρθουν από τη Βουδαπέστη στη Γερμανία, χωρίς ερωτήσεις ή χαρτιά. Αυτό που η Μέρκελ αποκάλεσε “ένα φιλικό πρόσωπο σε μιά κατάσταση έκτακτης ανάγκης” αποσκοπούσε στο να ντροπιάσει αυτούς που κατά την διάρκεια της κρίσης του ευρώ διασκέδαζαν με τις γελοιογραφίες που απεικόνιζαν την ίδια και τον υπουργό οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόϊμπλε φορώντας ναζιστική στολή. Ανοίγοντας τα γερμανικά σύνορα την ώρα που τα γαλλικά και βρετανικά παρέμεναν κλειστά, η Μέρκελ ευελπιστούσε πως μπορούσε να επανακτήσει την χαμένη ηθική υπεροχή, αυτήν που μπονοπωλούσαν για τόσο καιρό αυτοί που κατηγορούσαν την γερμανική κυβέρνηση για σαδομονεταρισμό, ή και άλλα χειρότερα.

Ένας άλλος παράγοντας ήταν η σφιχτή αγορά εργασίας την οποία αντιμετώπιζαν οι εργοδότες, οι οποίοι ακόμη αποτελούσαν την κυρίως εκλογική περιφέρεια της Μέρκελ, ειδικά δε μετά την νομοθετική εισαγωγή κατώτατου μισθού από το συνάδελφο κόμμα των Σοσιαλδημοκρατών. Φήμες άρχισαν να φουντώνουν ότι ειδικά οι Σύριοι πρόσφυγες, πολλοί τάχα με πτυχία ιατρικής και μηχανικής, είχαν κάθε είδους δεξιότητες. Γερμανικά οικονομικά ινστιτούτα έβλεπαν ήδη ένα νέο Wirtschaftswunder, ενώ οι εργοδότες υποσχέθηκαν να επενδύσουν στην εκπαίδευση του προφανώς πολύ μικρού αριθμού μεταναστών που δεν έχουν τα κατάλληλα εφόδια. Όλοι πλέον είχαν ως δεδομένο πως οι περισσότεροι, αν όχι όλοι οι πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο, -μιά διάκριση που σύντομα εξανεμίστηκε μέσα στον γενικό ενθουσιασμό- θα έμεναν στη Γερμανία για πολύ καιρό, αν όχι για πάντα. Για τη Μέρκελ, που το 2010 είχε ισχυριστεί πως “η multikulti προσέγγιση απέτυχε, απέτυχε ολοκληρωτικά” πλέον αυτό δεν ήταν πρόβλημα. Για την ακρίβεια είχε μόλις μετασχηματιστεί σε λύση: στο πρώτο εξάμηνο του 2015 αρκετές μελέτες έδειχναν πως τα ακριβά μέτρα που είχε πάρει η Μέρκελ, και που αποσκοπούσαν στο να παρακινήσουν τις γερμανικές οικογένειες να αποκτήσουν περισσότερα παιδιά δεν είχαν σχεδόν κανένα αποτέλεσμα. Νωρίς το καλοκαίρι εκείνο, και προκειμένου να αποτραπεί αυτό που ήταν αντιληπτό ως δημογραφική κρίση, η Μέρκελ μάζεψε τους στενότερους συνεργάτες της προκειμένου να εξετάσει τη διαθέσεις του κόμματος και του ευρύτερου κοινού ως προς τη νομοθέτηση της μετανάστευσης, όμως συνάντησε σθεναρή αντίσταση.

Η Βουδαπέστη αποτελούσε αυτό που οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν καιρός - μιά ευνοϊκή στιγμή κατά την οποία ένας αριθμός πουλιών ήταν παραταγμένα έτσι που μπορούσαν να φονευθούν με μία μόνο πέτρα. Ως συνήθως με τη Μέρκελ, τα πολιτικά πράγματα χάλκευαν τις πολιτικές. Το “φιλικό πρόσωπο” θα επέτρεπε στους Πράσινους να κάνουν αυτό που η ηγεσία τους ήθελε εδώ και πολύ καιρό αλλά ποτέ δεν τόλμησε: να εισέλθουν σε κυβέρνηση συνεργασίας με τους Χριστιανοδημοκράτες. Η Μέρκελ ενήργησε ακριβώς όπως είχε και κάνει και με τη νεοφιλελέυθερη μεταρρύθμιση το 2005 και την πυρηνική ενέργεια το 2011: ταχύτατα, από μόνη της, και χωρίς να σπαταλήσει καθόλου χρόνο προκειμένου να δώσει εξηγήσεις. Όπως όταν διέταξε το Energiewende (ΣτΜ: την ενεργειακή μετάβαση) ενώ ακόμη συζητείτο ο νόμος για την επιμήκυνση των αδειών των πυρηνικών εργοστασίων (πολλές από τις εταιρείες έχουν κάνει μήνυση απαιτόντας αποζημίωση), έτσι για άλλη μιά φορά βασίστηκε στο ότι η αντιπολίτευση στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο -το κόμμα της Αριστεράς και οι Πράσινοι- δεν θα έκαναν ενοχλητικές ερωτήσεις, και όντως της έκαναν την χάρη. Τα μέλη του κόμματός της δεν μπορούσαν να εκφράσουν πλέον την δυσαρέσκειά τους καθότι είχαν βρεθεί στη γωνία λόγω της συγκατάθεσης των Σοσιαλδημοκρατών στην στάση της Μέρκελ, και της απροθυμίας τους να υπονομέυσουν την αρχηγό του κόμματος. Για άλλη μιά φορά μια απόφαση που “θα αλλάξει τη ζωή μας”, όπως το έβαλε η ίδια η Μέρκελ, ελήφθη χωρίς καμία έγνοια για τις δημοκρατικές διαδικασίες ή, όσον αφορά θέμα αυτό, τις συνταγματικές επισημότητες. Η Μέρκελ κήρυξε τα σύνορα ανοιχτά χωρίς καμία απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ή επίσημη δήλωση στην Ομοσπονδιακή Βουλή. Καθώς, όπως γνώριζε εκ των προτέρων η Μέρκελ πως θα γινόταν, η αντιπολίτευση δεν κατέθεσε ποτέ ερώτηση επ’ αυτού, ακόμη και σήμερα κανείς δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τι είδους διαταγή, νόμιμη ή όχι, από ποιόν και προς ποιόν, δώθηκε στην αστυνομία. Το Υπουργείο Εσωτερικών εξακολουθεί να αρνείται αιτήματα από κορυφαίες προσωπικότητες (περιλαμβανομένου του τέως προέδρου του Συνταγματικού Δικαστηρίου, ο οποίος και προετοίμαζε μιά νομική γνωμοδότηση για την κυβέρνηση της Βαυαρίας) για πρόσβαση στην υπουργική απόφαση που θα πρέπει να έχει σταλθεί στις συνοριακές αρχές.

Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να κάνει κανείς ερωτήσεις. Οι πρόσφυγες, πάνω από ένα εκατομμύριο από δαύτους [5], που αφήχθησαν στη Γερμανία το 2015, ήρθαν όλοι από ασφαλείς τρίτες χώρες. Σύμφωνα με τη γερμανική και την ευρωπαϊκή νομοθεσία έπρεπε να καμετρηθούν στη χώρα δια της οποίας εισήλθαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και μετά να περιμένουν μέχρι να τους απονομηθεί καθεστώς νόμιμης διαμονής σε κάποιο κράτος μέλος. Φαίνεται πως η Μέρκελ αποφάσισε πως μπορεί να τα αγνοήσει όλα αυτά χωρίς κανένα πρόβλημα. Όταν κάποιος παραπονιόταν [6] ότι αυτό αποτελούσε ταυτόχρονα ένα πολύ μεγάλο βάρος στη γερμανική κοινωνία και ένα τεράστιο πείραμα κοινωνικής μηχανικής, η Μέρκελ απάντησε βασιλικά (ΣτΜ: το συντακτικό λάθος του συγγραφέα) πως έαν έπρεπε να απολογηθεί για να παρουσιάσει “ένα φιλικό πρόσωπο”, “τότε αυτή η χώρα δεν είναι η δικιά μου” - μιά δήλωση εντελώς εκτός των καθιερωμένων για έναν εκλεγμένο ηγέτη. Στην πραγματικότητα, όπως καταδείχθηκε με την Energiewende, εδώ και καιρό κυβερνά πλέον όχι ως εκλεγμένη κοινοβουλευτικός, αλλά ως πρόεδρος με έκτατες εξουσίες. Για αρκετό καιρό τώρα ερωτήσεις σχετικά με τη ορθότητα της μεταναστευτικής της λογικής απαντήθηκαν από το περιβάλλον της -το οποίο σ᾽αυτή την περίπτωση περιλαμβάνει όλα τα κόμματα της Ομοσπονδιακής Βουλής- με τον ισχυρισμό πως η έκφραση οποιασδήποτε αμφιβολίας “ενδυναμώνει τη δεξιά”, μιά ρητορική συσκευή που ακόμα είναι πανίσχυρη στη Γερμανία. Έως και τα γεγονότα της Κολωνίας οποιοαδήποτε αμφιβολία ως προς τους χειρισμούς της κυβέρνησης στην προσφυγική κρίση τελούσε ουσιαστικά υπο καθεστώς απομόνωσης.

Μεταξύ του Σεπτέμβρη και του Γενάρη ο υπουργός εσωτερικών της Μέρκελ ήταν ουσιαστικά εκτός των εξελίξεων αφού η Μέρκελ κυβερνούσε απευθείας, με τη χρήση οργανωμένων δημοσίων εμφανίσεων -συνεντέυξεων τύπου, talk shows και κομματικών διασκέψεων- προκειμένου να καλλιεργήσει την υποστήριξη εκείνων στη γερμανική κοινωνία οι οποίοι είδαν την εισροή των προσφύγων ως μιά ευκαιρία για να δείξουν σε όλο τον κόσμο το νέο φιλικό πρόσωπο της χώρας. Η Μέρκελ δεν απέφυγε ούτε την εθνικά παθιασμένη ρητορική τύπου Ομπάμα, τη χρησιμοποίησε στη συνέντευξη τύπου της 31 Αυγούστου όταν είπε στους συμπατριώτες της: “Η Γερμανία είναι μιά ισχυρή χώρα… Έχουμε επιτύχει τόσα, μπορούμε να κάνουμε κι αυτό. Μπορούμε να το καταφέρουμε, κι αν κάτι μας κλείνει το δρόμο τότε πρέπει αυτό να ξεπεραστεί.” Για έξι μήνες απέφυγε όλους τους συνταγματικούς ελέγχους και ζυγούς απολαμβάνοντας βροχή επαίνων, μεταξύ άλλων και από το περιοδικό Time το οποίο την ονόμασε Πρόσωπο της Χρονιάς για το 2015. Κουβεντιάστηκε ακόμη και η πιθανή υποψηφιότητά της για το βραβείο Νόμπελ, ενώ ακόμη και η Ημέρα Ανάμνησης του Ολοκαυτώματος την 27η Ιανουαρίου μετατράπηκε σε Μερκελογιορτή όταν ο προσκεκλημένος ομιλητής στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο, μιά Αυστριακή συγγραφέας που επέζησε από το Ολοκάυτωμα, είπε στο κοινό της πως “αυτή η χώρα, η οποία ογδόντα χρόνια πριν υπήρξε υπέυθυνη για τα χειρότερα εγκλήματα του αιώνα, έχει κερδίσει σήμερα τα χειροκροτήματα του κόσμου, χάρη στα ανοιχτά της σύνορα.”


*

Και όσον αφορά την Ευρώπη τι; Γιατί στέκομαι τόσο πολύ στην προσφυγική κρίση όταν υποτίθεται πως πραγματεύομαι την κρίση του ευρώ; Η απάντηση είναι πως η προσφυγική πολιτική της Μέρκελ προσφέρει ένα ουσιαστικό μάθημα ως προς το τι πρέπει να περιμένουν οι άλλες χώρες από τη Γερμανία όταν αυτή ενεργεί Ευρωπαϊκά. Όπως ακριβώς οι ΗΠΑ βλέπουν τον κόσμο ως την προέκταση του πεδίου δράσης της οικονομίας τους, έτσι και η Γερμανία έχει καταλήξει να θεωρεί την Ευρωπαϊκή Ένωση προέκτασή της, όπου ότι είναι σωστό για τη Γερμανία είναι εξ ορισμού καλό και για τους άλλους. Τίποτα απ’ αυτό δεν είναι ασυνήθιστα ανήθικο. Για την ακρίβεια οι Γερμανοί το θεωρούν άκρως ηθικό, καθώς ταυτίζουν τον έλεγχο που ασκούν στην Ευρώπη με έναν μετα-εθνικισμό, ο οποίος με τη σειρά του γίνεται αντιληπτός στη Γερμανία ως η πεμπτουσία του μαθήματος της γερμανικής ιστορίας. Πολύ αντίστοιχα με τις αμερικανικές, οι γερμανικές ελίτ προβάλουν αυτό που συλλογικά θεωρούν ως αυτονόητο, φυσικό και λογικό στον εξωτερικό τους κόσμο, και τις ξενίζει πως κανείς θα μπορούσε να μη βλέπει τα πράγματα όπως αυτοί. Μήπως οι τυχόν διαφωνούντες πάσχουν από διανοητικά ελλείματα και χρειάζονται εκπαίδευση στη σχολική τάξη του Σόϊμπλε;

Ένα πρόβλημα με τον ηγεμονικό φαρισαϊσμό είναι οτι εμποδίζει τον αυτάρεσκο από το να αντιληφθεί πως αυτό που οι ίδιοι θεωρούν ως αυτονόητο είναι στην πραγματικότητα προϊόν ιδοτέλειας. Η ιδιοτέλεια των γερμανικών εξαγωγικών βιομηχανιών για παράδειγμα αποτελεί το υπόβραθο της γερμανικής ταύτισης του “Ευρωπαϊκού ιδεώδους” με το κοινό νόμισμα. Το πρόβλημα δε επιδεινώνεται από το γεγονός πως το εθνικό συμφέρον, το οποίο λαμβάνεται λανθασμένα ως ταυτόσημο του συμφέροντος του κάθε λογικού ατόμου στην Ευρώπη και αλλού, είναι κατ’ ανάγκη διαμορφωμένο από τα πολιτικά συμφέροντα, και την κυρίαρχη κοινωνικά ομάδα, στην προσπάθειά τους να διατηρήσουν την εξουσία τους. Αυτό θέτει τις χώρες της περιφέρειας στο έλεος των εθνικών παιγνίων εξουσίας, και τους ηθικούς και σημασιακούς εθνοκεντρισμούς των χωρών του πυρήνα, οι οποίοι είναι δύσκολα κατανοητοί από τους εκτός - ειδκά δε με έναν μεταμοντέρνο ηγέτη όπως η Μέρκελ η οποία, απελευθερωμένη από δεσμεύσεις και συνταγματικές επιταγές, έχει τελειοποιήσει την τέχνη του παραμένειν στην εξουσία δια των απρόβλεπτων αλλαγών πορείας.

Ενώ ξεδιπλωνόταν η προσφυγική κρίση, η Ευρώπη παρασυρόταν από τα πολύπλοκα στριφογυρίσματα της γερμανικής πολιτικής σκηνής. Από νωρίς η Μέρκελ προειδοποίησε το έκπληκτο γερμανικό κοινό πως ο έλεγχος των εθνικών συνόρων είχε πλέον “γίνει αδύνατος στον 21ο αιώνα”, το υποστήριξε δε αυτό με επιθετική κριτική κατά της Ουγγρικής κυβέρνησης που ετοιμαζόταν να κλείσει τα σύνορά της [7]. Φυσικά μετά τα γεγονότα στην Κολωνία το κλείσιμο των συνόρων έγινε αίφνης και πάλι θεμιτό, και η Ουγγαρία αναδείχθηκε ακαριαία σε πρότυπο για την Ευρώπη και ειδικά για την Ελλάδα, η οποία και απειλήθηκε με αποκλεισμό από τη ζώνη Σένγκεν εάν δεν σφράγιζε τα σύνορά της. Το γερμανικό δίκαιο απαγορεύει, ή έτσι τουλάχιστον λέει η κυβέρνηση, την εκδίωξη επίδοξων μεταναστών [8] από τη στιγμή που έχουν εκφράσει την επιθυμία να ζητήσουν άσυλο. Έτσι λοιπόν η Μέρκελ έπρεπε να βάλει τους Έλληνες, και τους υπόλοιπους Ευρωπαίους στο σύνολό τους, να σεβαστούν αυτή την αρχή, μήπως κι αλλιώς η γερμανική μερίδα που υποστήριζε την μετανάστευση αρχίσει ξαφνικά να διακρίνει την απάτη. Το βάρος της διατήρησης των ματαναστών εκτός Ευρώπης έπεσε στην Ευρώπη, η οποία υποτίθεται ότι θα έβαζε τέλος στην παράνομη αποστολή μεταναστών στην Ελλάδα - δηλαδή μιά χώρα τις οποίας το ιστορικό υποδεικνύει ότι πιθανόν να μην είναι ιδιαίτερα προσεκτική στην αντιμετώπιση Σύριων ή άλλων προσφύγων [9]. Φυσικά η συνεργασία της Τουρκίας έχει την τιμή της, και παρότι η Μέρκελ είχε αρνηθεί στο παρελθόν σθεναρά κάθε προσπάθεια της χώρας για ένταξη στην ΕΕ τώρα, μιλώντας εξ ονόματος όλης της Ευρώπης, υποσχέθηκε στον Ερντογκάν ταχύτερες ενταξιακές διαδικασίες ως ανταμοιβή για την αποτροπή εισόδου στην Ελλάδα των Σύριων προσφύγων που η ίδια προσκάλεσε στη Γερμανία. Όταν η Τουρκία απαίτησε χρήματα η Μέρκελ αποφάσισε να το εκλάβει ως ένα ζήτημα “ευρωπαϊκής αλληλεγγύης”, όπως ακριβώς έκανε και με τη χρηματοδότηση της νέας υπηρεσίας προστασίας των συνόρων της ΕΕ, την Frontex, η οποία περιπολεί τις ακτογραμμές της Ελλάδας και της Ιταλίας. Τα ευρωπαϊκά σύνορα έχουν γίνει γερμανικά σύνορα, και κατ’ επέκταση η Ευρώπη έχει γίνει Γερμανία. Φθάνοντας πλέον στα μέσα Φεβρουαρίου γερμανικά πολεμικά πλοία, υπό τις διαταγές του ΝΑΤΟ, περιπολούν τη Μεσόγειο προκειμένου να εντοπίσουν μετανάστες και να τους επιστρέψουν στην Τουρκία. Δεδομένου ότι τα πολεμικά πλοία του ΝΑΤΟ δεν είναι ούτε γερμανικά αλλά ούτε και Ευρωπαϊκά, ακόμη κι αν είναι γερμανικής ιδιοκτησίας, οι διασωθέντες μπορούν να σταλούν πίσω χωρίς την ανάμειξη της γερμανικής δικαιοσύνης, ή των Πρασίνων.

Έτσι λοιπόν για ακόμη μιά φορά η μετανάστευση έγινε μιά υπόθεση “ευρωπαϊκή”, ενώ η Ευρώπη έγινε πιο “γερμανική” από ποτέ. Η πιό πιεστική προτεραιότητα της Μέρκελ είναι το να αποφύγει να κλείσει τα σύνορά της χώρας, όπως έχουν ήδη κάνει η Δανία και Σουηδία. Τα κλειστά σύνορα παρουσιάζουν μιά άσχημη εικόνα, κι επίσης κάνουν τους γερμανούς ψηφοφόρους να αναρωτιούνται αν αξίζει να πληρώνουν για την Ευρώπη εφόσον πρέπει να σταματάνε στα σύνορα κάθε φορά που πάνε διακοπές [10]. Επιπλέον, γερμανικές επιχειρήσεις έχουν αρχίσει να ισχυρίζονται πως ένα τέλος της (Σ.τ.Μ. συνθήκης του) Σένγκεν θα κόστιζε δισεκατομμύρια ευρώ σε χρόνο σπαταλημένο στα εσωτερικά σύνορα της Ευρώπης, καθώς και δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας. Ακόμη κι έτσι όμως θα έπρεπε να δωθεί στο γερμανικό κοινό ένας λόγος να πιστέψει πως ο αριθμός των μεταναστών που έρχονται στη Γερμανία θα μειωθεί. Ως εκ τούτου κράτη μέλη της ΕΕ πρέπει να συμφωνήσουν να λάβουν ένα μερίδιο από τους μετανάστες που προσκάλεσε η Γερμανία, παρότι δεν είχε ζητηθεί η γνώμη τους πριν κάνει η Μέρκελ την προσφορά της. Ο αριθμός των μεταναστών δεν είναι δυνατόν να έχει ανώτατο όριο, ή Obergrenze, όρο τον οποίο η μηχανή δημοσίων σχέσεων της Μέρκελ έχει ανακηρύξει σε ανάθεμα, κάτι το οποίο έχει εν συνεχεία γίνει ένα σημαίνον του δημόσιου γερμανικού διαλόγου περί ξενοφοβίας (αν όχι ρατσισμού). Είναι ωστόσο δύσκολο σε κράτη μέλη να επιτρέπουν είσοδο σε ένα συγκεκριμένο ποσοστό ενός απροσδιόριστου αριθμού μεταναστών. Οπότε αυτό που ακολούθησε την επίθεση στην Ουγγαρία ήταν επίθεση στο Βίζεγκραντ, που αντιπροσωπεύει τη συμμαχία τεσσάρων χωρών της Κεντρικής Ευρώπης, της Τσεχικής Δημοκρατίας, Πολωνίας [11], Σλοβακίας [12] και Ουγγαρίας [13], και γερμανοί πολιτικοί άρχισαν να απειλούν την Πολωνία, μεταξύ όλων [14], με οικονομικές κυρώσεις εάν αυτή δεν επιδείκνυε ευρωπαϊκή αλληλεγύη γερμανικού τύπου.

Η πιο πρόσφατη αλλαγή πορείας της Μέρκελ, εν καιρώ τριών επικείμενων κρατιδιακών εκλογών, ανακοινώνηθηκε σε μιά ομιλία στο συνέδριο των Χριστιανοδημοκρατών στις 30 Ιανουαρίου, όταν επισήμανε πως αυτή τη στιγμή η “προστασία που παρέχει η Συνθήκη της Γενεύης περιορίζεται στα τρια χρόνια.” Οι πρόσφυγες θα έπρεπε να κατανοήσουν ότι η κατάστασή τους ήταν προσωρινή, είπε. Προσφωνόντας τους με το “εσύ”, αντί του πιο επίσημου “εσείς”, η Μέρκελ συνέχισε: “Αναμένουμε πως όταν η ειρήνη επιστρέψει στη Συρία και το Ισλαμικό Κράτος έχει ηττηθεί στο Ιράκ, με τα εφόδια που έλαβες εδώ, θα επιστρέψεις στην πατρίδα σου.” Ενώ αυτό αποσκοπούσε στο να κατευνάσει την αυξανόμενη αντίδραση στη μετανάστευση, και ίσως να αποτρέψει κάποιους επίδοξους μετανάστες, αυτοί που βρίσκονται στον πυρήνα της 'πολιτικής του καλωσήρθατε' μπορούν ακόμη να εναποθέτουν τις ελπίδες τους στο γεγονός πως κατά παράδοση όσοι τους παρέχεται άδεια παραμονής λαμβάνουν μόνιμο καθεστώς μετά από τρια χρόνια, και μόνο ένα ελάχιστο ποσοστό στέλνονται πίσω στις χώρες τους ακόμη κι αν, μετά από μακρύτατες δικαστικές διαδικασίες, αποφασιστεί πως δεν συντρέχουν λόγοι για να παραμείνουν.

Το αποτέλεσμα των υπεκφυγών, της “Νέας Ομιλίας” [14] και της Μερκελολαλιάς, αυτού του μείγματος ιδιοτέλειας και συναισθηματικότητας που είναι δύσκολο να διαχωριστούν, είναι ένα πολιτικό και θεσμικό χάος που προκλήθηκε από την επιβολή στην Ευρώπη πολιτικών μεταμφιεσμένων ως Ευρωπαϊκών προς τις οποίες υποτίθεται δεν υπάρχει εναλλακτική. Αυτό περιλαμβάνει μιά αναδιάρθρωση των πολιτών μέσω της μετανάστευσης, όχι μόνο στη Γερμανία, όπου ίσως αυτό να παρουσιάζεται ως αναγκαίο οικονομικά και δημογραφικά, αλλά και σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες όπου σίγουρα αυτό δεν ισχύει [15]. Το αποτέλεσμα είναι είναι μιά ραγδαία αύξηση ενός αντιγερμανικού αισθήματος υπό τη μορφή ενός αντιευρωπαϊκού αισθήματος, όχι μόνο ανάμεσα στις ελίτ αλλά επίσης, ακόμη πιο τρανταχτά, ανάμεσα στο εκλογικό σώμα.

Παρομοίως, οικονομική καστατροφή έχει επέλθει στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (EMU): οι λύσεις που υπαγόρευσε στην Ευρώπη η Γερμανία επέφεραν οικονομική και πολιτική καταστροφή. Όπως και με τη μετανάστευση, πολλοί άνθρωποι στην Ευρώπη απαιτούν τώρα περισσότερη εθνική κυριαρχία σε ζητήματα οικονομικής πολιτικής. Όσο ποτέ πριν πρίν πλέον συζητιέται ένα “σχέδιο Β” για το ευρώ, για την περίπτωση που η Γαλλία και η Ιταλία δεν καταφέρουν να επιβάλλουν στη Γερμανία και τους συμμάχους της μιά μη γερμανική λύση στην κρίση. Το νέο “Ευρωπαϊκό ζήτημα” είναι το κατά πόσον ο μόνος τρόπος για να προστατευτεί η Ευρώπη από τα καμώματα μια γερμανίδας καγκελαρίου, και της συνεχώς αυξανόμενης εξουσίας της, είναι η διάλυση του πυρήνα των Ευρωπαϊκών κανονισμών, όπως αυτών του Δουβλίνου και του Σένγκεν, μαζί με το ευρώ.

Εδώ είναι που μας έρχεται τελικά το αναζωογονητικά εκκεντρικό βιβλίο του Σαντμπού. Το επιχείρημά του είναι πως, με λίγα λόγια, η παραίτηση από το κοινό νόμισμα θα ήταν ένα λάθος, καθώς ένα κοινό νόμισμα, εν αντιθέσει μ’ αυτά που έχουν ειπωθεί στους Ευρωπαίους, δεν είναι απαραίτητα ένα κοινό γερμανικό νόμισμα το οποίο και απαιτεί μιά κοινή γερμανική πολιτική οικονομία. Ο Σαντμπού ισχυρίζεται πως το ευρώ αφήνει αρκετό πεδίο ελεύθερο για εθνική ποικιλία, αυτονομία και δημοκρατία. Το ότι η ΟΝΕ είναι σε τέτοια χάλια οφείλεται σε αποφάσεις κακά παρμένες, που ήταν αποτέλεσμα της γερμανικής ηγεμονίας, υποβοηθούμενης από γαλλικό τυχοδιωκτισμό και μιά συλλογική στρατηγική μυωπία. Σύμφωνα με τον Σαντμπού, ο οποίος είναι κατ’ ομολογία του ένας Ευρωπαϊκός φεντεραλιστής, το ευρώ είναι απαραίτητο και για την Ευρώπη, αλλά και για τον κόσμο, αλλά θα ήταν καλύτερα ρυθμισμένο με τον Βρετανικό τρόπο, κάτι που θα εγγυόταν εθνική ανεξαρτησία αντί γιά ένα υπερεθνικό νόμισμα. Όχι μόνο πρέπει να παραμείνει η Βρετανία [16] στην ΕΕ, αλλά θα έπρεπε επίσης να υϊοθετήσει το ευρώ, όσο πιο σύντομα δε τόσο το καλύτερο, για το ίδιο το συμφέρον της, αλλά και όλων των άλλων.

Το βιβλίο του Σαντμπού είναι τόσο αναδρομικό, όσο και περί του μέλλοντος: ο συγγραφέας του είναι αξιοζήλευτα απόλυτος σχετικά με το τι πήγε στραβά με το ευρώ, και πως μπορεί αυτό να διορθωθεί, κάτι που δεν αποτελεί και μεγάλο θαύμα δεδομένου ότι εργάζεται για τους Financial Times. Προσφέρει μιά καυστική κριτική των Ευωρωπαϊκών “πολιτικών διάσωσης” μετά το 2008, παρουσιάζοντάς τες ως την επιβολή των γερμανικών συμφερόντων και ιδεολογίας πάνω στην υπόλοιπη Ευρώπη. Αναφέρεται δε μακρύτατα στα λάθη που έγιναν, και στα αίτιά τους. Εδώ απαιτείται πολλή υπομονή από τον αναγνώστη, αλλά έχει κάποιο δίκιο: ένα bail-in από αυτούς που ήλπισαν ότι θα επωφεληθούν από δανεισμό υψηλού κινδύνου προς τις χώρες που κατέληξαν “χώρες χρέους” ίσως να είχε γλιτώσει την Ευρώπη από πολλές πολιτικές διαιρέσεις, παραβιάσεις εθνικής κυριαρχίας και της δημοκρατίας, τη δουλεία του χρέους, και την οικονομική αγωνία που αναγκάστηκαν να υποφέρουν οι χώρες της ευρωζώνης προκειμένου να διασωθύν οι τράπεζες, οι μέτοχοι και οι πιστωτές τους.

Ο Σαντνμπού προσφέρει μια ενδιαφέρουσα ρεβιζιονιστική άποψη για την μετά-2008 Ευρωπαϊκή κρίση. Σύμφωνα μ’ αυτόν δεν προκλήθηκε από κάτι συγκεκριμένο σχετικά με το ευρώ, αλλά από μιά πιστωτική φούσκα που έπληξε τις περισσότερες πλούσιες καπιταλιστικές χώρες στο γύρισμα του αιώνα. Η φούσκα, η οποία οφειλόταν στη μεταφορά κεφαλαίου από πλεονασματικές χώρες υπό την ηγεμονία της Γερμανίας από το βορά στο νότο, είχε τέτοιες καταστροφικές συνέπειες λόγω εθνικών πολιτικών στις οφειλέτριες χώρες που επέτρεπαν σε πιστώσεις από απερίσκεπτους δανειστές να χρησιμοποιηθούν για αλόγιστη κατανάλωση αντί για την αύξηση της παραγωγικότητας. Ο Σαντμπού υποστηρίζει πως οι οφειλέτριες χώρες, όπως η Ελλάδα και η Ισπανία δεν είχαν κανένα ‘πρόβλημα παραγωγικότητας’, όπως διαγιγνώσκουν οι πιστώτριες χώρες και διεθνείς οργανισμοί [17], αλλά απλούστατα υπέφεραν από υπερκατανάλωση η οποία και πραγματοποιήθηκε με δανεικά χρήματα. Οι εθνικές κυβερνήσεις, οι οποίες μαζί με απερίσκεπτες τράπεζες δημιούργησαν τη φούσκα, μπορούσε κι έπρεπε να αφεθούν μόνες τους να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες, δια της αναδιάρθρωσης χρέους και τραπεζικής εξυγίανσης, κι εν συνεχεία από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και δημοσιονομική επέκταση [18]. Αντιθέτως, οι πιστώτριες χώρες διέσωσαν τις χώρες οφειλέτες ώστε να μπορέσουν να εξυπηρετήσουν αυτές το χρέος, το οποίο ήταν στα χέρια κυρίως γερμανικών και γαλλικών πιστωτικών ιδρυμάτων. Σε αντάλλαγμα ανέμεναν πολιτικές λιτότητας οι οποίες θα αποσκοπούσαν στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας, οι οποίες όμως στην πραγματικότητα στραγγάλισαν την ανάπτυξη. Ο Σαντμπού αποδίδει την επιμονή στη λιτότητα στις ‘ηθικές’ εμμονές της Γερμανίας, σύμφωνα με τις οποίες το χρέος πρέπει να αποπληρώνεται πάντα πλήρως -συμφωνεί με τη θεωρία περί ‘τρελών’ παρά αυτήν των ‘κακών Γερμανών’. Αυτό τον απαλλάσσει από την υποχρέωση να εξετάσει το ενδεχόμενο πως η Γερμανία, όπως κι άλλες επίσης χώρες, μπορεί να φοβούνταν πως τα ασφάλιστρα κινδύνου του δημοσίου χρέους τους μπορεί να αυξάνονταν ως συνέπεια της αποδοχής του “κουρέματος” εκ μέρους των πιστωτών - μιά αύξηση η οποία θα μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα για τις υπερχρεωμένες αυτές χώρες για τις οποίες η εξυπηρέτηση του χρέους απορροφά ένα σημαντικό ποσοστό της δημόσιας δαπάνης [19].

Στρεφόμενος προς το μέλλον ο Σαντμπού υποστηρίζει ότι ένα κοινό νομισματικό καθεστώς είναι πραγματοποιήσιμο χωρίς να είναι απαραίτητο να το διαχειρίζονται οι Γερμανοί ενώ άλλες χώρες αντιστέκονται μέχρι που, όπως με την προσφυγική κρίση, να καταλήξουμε σε δαπανηρές διενέξεις. Η εθνική κυριαρχία είναι συμβατή με μιά νομισματική ένωση, υποστηρίζει ο Σαντμπού· ο κεντρικός έλεγχος δεν είναι απαραίτητος. Ειδικότερα, δεν υπάρχει ανάγκη γιά ευέλικτες συναλλαγματικές ισοτιμίες μεταξύ των Ευρωπαϊκών χωρών, όσο διαφορετικές κι αν είναι, ούτε για αμοιβαιοποίηση του χρέους. (Στο τέλος της γραφής το Πρότυπο του Χρυσού είναι συμβατό με την εθνική δημοκρατία). Επιπροσθέτως, υπάρχει αρκετός χώρος υπό την ομπρέλα του κοινού νομίσματος για συμμαχίες αυτών που θέλουν και μπορούν - ομάδες κρατών μπορούν να εκδόσουν ευρωομόλογα με ή χωρίς τη συμμετοχή της Γερμανίας, ακριβώς όπως χώρες σήμερα συντάσσονται σε συστάδες προκειμένου να αντικαταστήσουν τη διαλυμένη συνθήκη του Σένγκεν. Ακόμη κι αν υπήρχε ένα πρόβλημα ανταγωνιστικότητας, το οποίο χώρες με δικό τους νόμισμα θα επέλυαν δια της νομισματικής υποτιμήσης, μιά δημοσιονομική υποτίμηση θα μπορούσε να είναι εξίσου αποτελεσματική, με τις κυβερνήσεις να μειώνουν εργατικά κόστη άλλα των μισθών, και δανεισμό, με σκοπό να καλύψουν το προκύπτον φορολογικό κενό [20].

Βέβαια η αισιοδοξία του Σαντμπού έχει ως προϋπόθεση να πείσει η γερμανική κυβέρνηση τον εαυτό της, αλλά και τους ψηφοφόρους, να σταματήσουν να ασκούνται στην “ειδωλολατρία του χρέους”, και να αντισταθεί στις αμερικανικές πιέσεις για την προστασία των αμερικανικών δανείων και τραπεζών. Ο Σαντμπού θέλει οι Γερμανοί να μάθουν από τους Βρετανούς πως όταν μιά τράπεζα χορηγεί πιστώσεις σε υπερχρεωμένες κυβερνήσεις, ή σε καταναλωτές και επιχειρήσεις που είναι μάλλον απίθανο να τις αποπληρώσουν, αυτές θα πρέπει να υποστούν τις συνέπειες - απερίσκεπτοι δανειστές δεν θα πρέπει να διασώζονται υπό τον μανδύα της διεθνούς αλληλεγγύης. Άλλες προϋποθέσεις περιλαμβάνουν το να εγκαταλείψουν οι Γερμανοί το ρόλο του αυστηρού διεθνούς δασκάλου των χρηματοπιστωτικών αγορών· να εγκαταλείψουν οι Γάλλοι την πίστη τους πως τα κράτη είναι εξυπνότερα των τραπεζών [22] και να ξεφορτωθούν την “ματαιδοξία και έλλειψη εμπιστοσύνης που τόσο συχνά χαρακτηρίζει” την πίστη αυτή· οι Βρετανοί να πάψουν να έχουν τις εμμονές τους σχετικά με τις “ισορροπίες” των Ευρωπαϊκών δυνάμεων και να συμμετάσχουν στην ΟΝΕ ώστε να αποτρέψουν τη Γερμανία από το να καταστεί η ενοποιός δύναμη (ανατινάζοντας έτσι το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα). Επιπροσθέτως, χώρες που υστερούν σε παραγωγικότητα θα πρέπει τώρα υπό την πίεση αγορών οι οποίες δεν είναι πλέον διατεθειμένες να αναλάβουν πιο πολύ ρίσκο να επιβάλλουν αυτές τις διαρθρωτικές μταρρυθμίσεις που είναι απαραίτητες [23] ώστε τα όποια εθνικά φορολογικά κίνητρα να αποδώσουν - ακριβώς αυτές τις μεταρρυθμίσεις που, παρά την γερμανικές και τώρα ευρωπαϊκές πιέσεις, έχουν ως τώρα αποτύχει λόγω της αντίστασης των εθνών. Εθνικοί οργανισμοί που είναι επιρρεπείς στον πληθωρισμό, ειδκά αυτοί που καθορίζουν τους μισθούς, θα πρέπει να μετατραπούν σε πολλαπλασιαστές της παραγωγικότητας, και δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις θα πρέπει να αντισταθούν στον πειρασμό να επιτρέψουν σε πιστώσεις να πυροδοτούν την κατανάλωση. Πίσω από το σενάριο του Σάντμπου για το όμορφο αύριο της ΟΝΕ, κανείς μπορεί να δει την αδυναμία του οικονομολόγου να αντιληφθεί την εγγενή εδράνεια των θεσμών, κοινωνικών δομών και τρόπου ζωής, όπως επίσης και μιά υπερβολικά θετική ματιά ως προς τη δυνατότητα των αγορών να τιμωρήσουν και να διορθώσουν πολιτικούς τυχοδιωκτισμούς, και των Ταμείων να κυβερνήσουν και μεταρρυθμίσουν οικονομίες και κοινωνίες χρησιμοποιώντας δόσεις χρήματος μετρημένων με μαεστρία -ένα όνειρο για το οποίο ο Κέϊνς θα συγχωριώταν αν αυτό ελάμβανε χώρα σε μιά κοινωνία πολύ ευλαβικότερη της σημερινής.

Η ιδέα του Σαντμπού πως ένα κοινό Ευρωπαϊκό νόμισμα είναι δυνατόν να υπάρξει χωρίς μιά διεθνή ιεραρχία έρμαιη “άδηλων (ή γερμανό-δηλων) λαθών” είναι θεμιτή. Αλλά μπορούμε να αγνοήσουμε την πολιτική εδώ -ή τη σχέση των Γερμανών ψηφοφόρων με την κυβέρνησή τους, τη σχέση βόρειων κρατιδίων με αυτά του νότου και της ανατολής, και τις νότιες ελίτ που χρειάζονται ενέσεις μετρητών προκειμένου να αποφύγουν την κατάρρευσή τους; Μπορούμε να εμπιστευτούμε τις αγορές ότι θα κάνουν τις πολιτικές περιττές; Ακόμη κι αν η κρίση τους χρέους μπορεί να λυθεί, όπως λέει ο Σάντμπου, με κυριαρχικές χρεοκοπίες και συγχώρεση χρέους, κι αν ακόμη κάποιου είδους μεγέθυνση (ΣτΜ της οικονομίας, τουτέστιν ανάπτυξη) μπορεί να αποκατασταθεί με πολιτικές ανάπτυξης αντί για ανάπτυξη χρηματοδοτούμενη απο καταναλωτικό χρέος - θα μπορέσει αυτό να κλείσει την εισοδηματική ψαλίδα μεταξύ βορρά και νότου, και κατά συνέπεια να προκαταλάβει τις αιτιάσεις για μιά ένωση “μεταφοράς”; Το περιθώριο για αμφιβολίες είναι μεγάλο: σκεφτείτε για παράδειγμα τις ανυπέρβλητες διαφορές μεταξύ του ιταλικού βορρά και νότου [23], ή μεταξύ της δυτικής Γερμανίας και της ανατολικής, όπου μιά άλλη μή τέλεια νομισματική ένωση έλαβε χώρα είκοσι πέντε χρόνια πρίν. Εν αντιθέσει προς την ανισότητα μεταξύ βορρά και νότου στην Ιταλία, η γερμανική τοπική εισοδηματική ψαλίδα δεν μπορεί να αποδοθεί σε μαφιόζικες πρακτικές [24], ούτε έλλειψαν οι “μεταρρυθμίσεις” στην Ανατολική Γερμανία: το παλιό καθεστώς εκεί αποδομήθηκε το 1990, και έλαβε χώρα μιά ουσιαστική μεταφορά του Δυτικογερμανικού συστήματος. Παρόλα αυτά, εδώ και δυο δεκατίες, το κατα κεφαλήν εισόδημα στην Ανατολική Γερμανία έχει υπάρξει 25 με 30 τοις εκατό χαμηλότερο αυτού της Δύσης, και τα φορολογικά έσοδα ακόμη χαμηλότερα, παρότι από την αλλαγή του αιώνα έχουμε δει μιά μεταφορά από τη δύση προς την ανατολή περίπου ενός 3 με 4 τοις εκατό του εθνικού ΑΠ. Αλλά το μόνο που κάνει αυτό είναι να κρατάει την ψαλίδα σε μέτρο.

To όραμα του Σαντμπού για ένα μέλλον με ευημερία με ένα κοινό νόμισμα και εθνική κυριαρχία, αστυνομευόμενη καλοπροαίρετα από μιά καλά οργανωμένη χρηματοπιστωτική αγορά, μάλλον φαντάζει ως ουτοπία ενός οικονομολόγου. Απομένει να δούμε τώρα το κατά πόσον η νομισματική ένωση θα διαλυθεί όπως το Δουβλίνο και Σένγκεν. Δυστυχώς, αυτό που φαίνεται ως πιθανότερο είναι μια μεγάλη κι εκτεταμένη περίοδος χάους. Η εθνική ανεξαρτησία και κυριαρχία θα αποτελέσουν τον πυρήνα μιάς σειράς αμφίβολων μαχών ως προς την έννοια των ευρωπαϊκών συνθηκών, τον πολιτικό ρόλο και την αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το περιεχόμενο νέων μεταρρυθμιστικών πακέτων, και το μέγεθος (ΣτΜ κεφαλαικών) μεταφορών τις οποίες οι μεταρρυθμιζόντες χώρες δικαιούνται - όλα αυτά συνοδευόμενα από αυξανόμενη λαϊκή αλλοτρίωση και δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων. Ο βορράς θα απειλήσει τον νότο με λιμοκτονία, ο νότος θα οργανωθεί σε συμμορία ενάντια στον βορρά, η Γερμανία θα αναλάβει να “μεταρρυθμίσει” τη Γαλλία, η Γαλλία θα απαιτήσει ευρωπαϊκή αλληλεγγύη από τη Γερμανία. Θα είναι μιά δεκατία έχθρας, αμοιβαίων αλληλοκατηγοριών, προσωρινών ημίμετρων, και συνεχώς μειούμενου σεβασμού προς τα κεντρώα κόμματα, τις εθνικές κυβερνήσεις και τους διεθνείς οργανισμούς. Η κατάσταση θα γίνει άσχημη, βίαιη και δυστυχώς κάθε άλλο παρά προσωρινή.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[0] Ούτε λόγος [] πωλήσεων όπλων, τον ρόλο της Ρωσίας, Βρετανίας και Γαλλίας, ή και των ΗΠΑ.

[1] Εννοεί μιά συγκυβέρνηση που περιλάμβανε Die Linke και Die Grünen - δηλαδή τους μεταμοντέρνους κομμουνιστές και τους οικολόγους.

[2] Εννοεί τα Facebook, twitter κ.λπ.

[3] Στο πρωτότυπο ο Στρέεκ αναφέρει λανθασμένα το νεκρό αγόρι ως “Άλαν Κούρντι”. Η λάθος αναφορά του παιδιού καθώς και η φαινομενικά τυχαία χρήση του όρου πρόσφυγας εδώ και μετανάστης εκεί μου προκάλεσε πολλές σκέψεις κατά τη μετάφραση του κειμένου αυτού.

[4] Wirtschaftswunder: “Οικονομικό Θαύμα” [για να το δεις κανείς σχετικά με το παρών διαβάστε για παράδειγμα αυτό http://www.tovima.gr/finance/article/?aid=500332]

[5] Εδώ προσπαθώ να αποδώσω τη φράση “more than a million of them” η οποία στα αγγλικά, εν αγνοία ή όχι του Στρέεκ, ακούγεται εχθρική.

[6] Δυστυχώς ο Στρέεκ δεν μας λέει εδώ ποιός και πότε παραπονέθηκε.

[7] Ουγγαρία

[8] Η φράση στα περίεργα αγγλικά είναι πως “ο νόμος απαγορεύει, ή υποτίθεται πως απαγορεύει” “sending would-be immigrants away once they have expressed a desire to apply for asylum.” Σαφώς οι αιτούντες άσυλο είναι όσο μετανάστες είμαστε όλοι μας, αλλά ο ίδιος ο συγγραφέας σε άλλα σημεία του κειμένου του τονίζει τη διαφορά μεταξύ “επίδοξων μεταναστών” και αυτών που αιτούνται άσυλο.

[9] Δείτε πως η Τουρκία έχει να κάνει με μετανάστες ενώ η Ελλάδα με πρόσφυγες. Δείτε επίσης πόσο προσεκτικά διατυπωμένη είναι αυτή η φράση κατηγορητήριο για την Ελλάδα, καθώς ο συγγραφέας δεν έχει ουσιαστικά στοιχεία ως προς την Ελλάδα. Ας έκανε ας πούμε μιά συγκριση μεταξύ Ελλάδας, Γαλλίας και Ουγγαρίας, ακόμα δε περισσότερο Τουρκίας, ως προς τη διαχείριση προσφύγων ή/και μεταναστών.

[10] …

[11..13] Greece as the hotspot. Slovakians pissing on Gypsy woman in Italy etc.

[14] Όργουελ

[15] Ποιές χώρες, και γιατί έχει σημασία?

[16] Ναι ναι ναι

[17] Υποθέτω το ΔΝΤ

[18] ενδιαφέρον

[19] Δείτε την Ελλάδα σήμερα βεβαίως για να δείτε πόσο λάθος ήταν αυτή η οπτική, εάν φυσικά είστε διατεθειμένοι να την θεωρήσετε ειλικρινή.

[20] Αυτό που στις μέρες μας η Τρόϊκα και οι ελληνικές εφημερίδες ονομάζουν “τρύπα”.

[21] Δεν ξέρω αν το λέει Στρέεκ αυτό, ή ο Σαντμπού. Το σίγουρο είναι πως η Βρετανία ήταν η πρώτη Ευρωπαϊκή χώρα που "διέσωσε" τις τράπεζες “της”.

[22] Γιατί?

[23] Ιταλικός βορράς και νότος -

[24] Τρόϊχαντ? Ο Σόϊμπλε?